Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Θα πάρετε έναν κουραμπιέ;

   Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα”;  
    Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα, αλλά το σημερινό άρθρο θα αφιερωθεί στο άλλο μέλος του χριστουγεννιάτικου δίδυμου, τους κουραμπιέδες.
    Η λέξη κουραμπιές είναι δάνειο από το τουρκικό Kurabiye, που προέρχεται από τα αραβικά. Όπως θα περιμέναμε, παρόμοια γλυκίσματα με παρεμφερή ονόματα βρίσκουμε όχι μόνο στα τούρκικα, αλλά και σε άλλες γλώσσες της περιοχής, σαν το αζέρικο ghorabiye.
    Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, και μάλλον περισσότερα από τα μελομακάρονα, αν κρίνω από το γεγονός ότι στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις που βρίσκω σε παλιές εφημερίδες των αρχών του 20ού αιώνα γίνεται αναφορά μόνο σε κουραμπιέδες και σε βασιλόπιτες, όχι όμως και σε μελομακάρονα.
    Η παλιότερη μνεία της λέξης κουραμπιές που έχω βρει είναι στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, όπου ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. 
   Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και σε διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά δεν το έχω πρόχειρο. Απεναντίας, η λέξη δεν υπάρχει στο λεξικό του Βυζάντιου (μέσα 19ου αιώνα) ή σε κάποια παλιότερα που κοίταξα, αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα.
   Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. 
   Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. 
  Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει  ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.
    Και όχι μόνο άντεξαν, αλλά από πολύ παλιά απέκτησαν και μεταφορική σημασία, διότι κουραμπιές δεν είναι μόνο το γνωστό γλύκισμα αλλά και ο απόλεμος στρατιωτικός, που επιδιώκει να μένει στα μετόπισθεν -και, κατ΄επέκταση, ο νωθρός και άβουλος άντρας. Τη σημασία αυτή την έχουν τα λεξικά, την έχει και το σλανγκ, αλλά πρέπει να έχει παλιώσει αρκετά, ιδίως η στρατιωτική. 
   Από τη δική μου πείρα και από όσες πληροφορίες έχω από νεότερους, στα σημερινά στρατόπεδα δεν πρέπει να λέγεται καθόλου η λέξη ‘κουραμπιές’ με τη μεταφορική μειωτική σημασία και δεν θα με παραξενέψει αν πολλοί σημερινοί 25ρηδες δεν ξέρουν  αυτή τη σημασία της λέξης.
   Ο κουραμπιές έχει υποχωρήσει, στη μεν πολιτική ζωή στο βουτυρόπαιδο (που κι αυτό έχει παλιώσει), στη δε στρατιωτική ζωή… αλήθεια, υπάρχει σήμερα ανάλογη φανταρίστικη λέξη;
   Γιατί ονομάστηκε κουραμπιές ο απόλεμος φαντάρος ή αξιωματικός; Ίσως επειδή είναι μεν ωραίος στην όψη αλλά εύκολα θρυμματίζεται. 
   Η πιο παλιά ανεύρεση της μεταφορικής σημασίας της λέξης που έχω βρει χρονολογείται από την εποχή των βαλκανικών πολέμων, αλλά περιμένω να είναι αρκετά παλιότερη, πριν από το 1897. 
   Βρίσκω χρονογράφημα του Κονδυλάκη, από τον Μάιο του 1913, όπου λέει ότι άκουσε “κουραμπιέν” να λέει προς άλλον “κουραμπιέν”: — Διάβολε, πάλι βάσανα θα’ χομε! Όπου βάσανα, οι μάχες στο Παγγαίο και οι προσπάθειες των “κουραμπιέδων” να παραμείνουν στα μετόπισθεν. 
  Θα θυμάστε άλλωστε το “ευζωνάκι γοργό” του τραγουδιού που καμαρώνει: «ποιος ντιστεγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ντιστεγκές, όπως είπαμε παλιότερα, είναι ο κομψευόμενος.
   Φτάνουν αυτά για τον κουραμπιέ, θαρρώ -θα παρατηρήσω όμως ότι ως λέξη ο κουραμπιές αποδείχτηκε πανίσχυρος. 
  Παρόλο που έχει τη λαϊκότατη κατάληξη -ές,  αντιστάθηκε σε κάθε προσπάθεια εξευγενισμού και εξελληνισμού (βέβαια ο Γιάκωβος Διζικιρίκης είχε προτείνει να τον πούμε αλευράχνη, αλλά ευτυχώς δεν εισακούστηκε) και μπαίνει τροπαιούχος ακόμα και στα πιο αριστοκρατικά σαλόνια.
Λοιπόν, θα πάρετε έναν κουραμπιέ;
Γαστρονομικά μυστικά
   Ο κουραμπιές είναι το απόλυτο χιονάτο γλύκισμα των Χριστουγέννων. Τρώγεται κλασσικά με άχνη. Πλέον και με επικάλυψη σοκολάτας ή με ινδοκάρυδο. Είτε με αμύγδαλα μέσα, είτε με καρύδια. 
   Όσο απλό γλυκό κι αν είναι, έχει κι αυτό τα μυστικά του και κάποιες λεπτομέρειες που δεν δίνουμε σημασία και αναφέρω παρακάτω.
1) Το σωστό βούτυρο για τον κουραμπιέ είναι το πρόβειο. Μας φαίνεται λίγο βαρύ αλλά εκεί βασίζεται το υπέροχο άρωμά του. Το βούτυρο το χτυπάμε πάντα με την άχνη που μας ορίζει μια συνταγή. 
    Όσο πιο πολύ χτυπάμε το μείγμα, τόσο πιο αφράτοι και νόστιμοι θα γίνουν οι κουραμπιέδες. Ιδανικά χτυπάμε το μείγμα για 15 -20 λεπτά. Οπότε καλύτερα να χρησιμοποιούμε μίξερ πάγκου και όχι χειρός. Και με το εξάρτημα που λέγεται φτερό. Το μείγμα θα μοιάζει με ρευστή κρέμα.
    Αν οι κουραμπιέδες σκάσουν κατά το ψήσιμο φταίνε 2 λόγοι. Ή χτυπήθηκε η ζύμη περισσότερο από το κανονικό, ή η υγρασία του βουτύρου που χρησιμοποιήσαμε εισχώρησε ανάμεσα στους πόρους του μπισκότου και δημιούργησε ρωγμές. 
   Γι'αυτό λοιπόν χρησιμοποιούμε πρόβειο λιωμένο που κυκλοφορεί σε βαζάκια στο εμπόριο, το οποίο με την επεξεργασία του εξατμίζεται το νερό που περιέχει και αυξάνονται περισσότερο τα λιπαρά. 
Παρόλα αυτά το σκάσιμο όμως δεν πρέπει να μας προβληματίζει, αφού όταν κρυώσουν τους βουτάμε σε μπόλικη άχνη και τους τινάζουμε ανάμεσα στα χέρια μας. Έτσι η άχνη που εισχωρεί ανάμεσα στα σκασίματα, τα καλύπτει και κάνει ακόμα πιο νόστιμους τους κουραμπιέδες μας.
2) Οι κουραμπιέδες πρέπει να ψήνονται σε χαμηλές θερμοκρασίες και όχι για πολλή ώρα, ώστε να μην αποκτήσουν τραχιά και σκληρή υφή και να βγαίνουν σχεδόν λευκοί.
3) Πρέπει να τους σκεπάζουμε καλά γιατί απορροφούν πολύ εύκολα υγρασία, νοτίζουν και χάνουν την τραγανή υφή τους.
4) Αν δεν προσθέσουμε άχνη μπορούμε να τους διατηρήσουμε μέχρι και 3 μήνες κλεισμένους αεροστεγώς σε μεταλλικά κουτιά. Τους πασπαλίζουμε άχνη όταν είναι να τους καταναλώσουμε.
5) Για άρωμα επίσης μπορούμε να προσθέσουμε βανίλια, ξύσμα πορτοκαλιού ή ξύσμα λεμονιού
6) Η άχνη ζάχαρη περιέχει σε μικρό ποσοστό κορν φλάουρ για να μην συσσωρεύει υγρασία και πετρώνει. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα νοτίσουν οι κουραμπιέδες, μπορούμε να ρίξουμε 1 κουτάλι επιπλέον κορν φλάουρ στην άχνη που θα χρησιμοποιήσουμε για το πασπάλισμα.
7) Αν θέλουμε να τους αρωματίσουμε με ανθόνερο ή ροδόνερο, τους ραντίζουμε μόλις τους βγάλουμε από το φούρνο.
Sarantakos
Yumyum
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Το Χριστόψωμο, τα έθιμα και ο Παπαδιαμάντης !
Η Βασιλόπιτα, το φλουρί και ο "φασουλοβασιλιάς" !
Όλη η Αθήνα, ένα απέραντο ζαχαροπλαστείο
Δες όλες τις χριστουγεννιάτικες αναρτήσεις του "Λόλα, να ένα άλλο" και επέλεξε αυτές που σε ενδιαφέρουν:  Χριστουγεννιάτικες αναρτήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.