Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Τι φαϊ είναι ο αγλέορας;

   Κυριακάτικα πάλι θα μας κουβαληθεί κι αυτός, αμάν πια μας έπρηξε, μουρμούριζε η μάνα μου μόλις έμαθε ότι την Κυριακή θα έρθει επίσκεψη ο αδερφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής, ο δήμαρχος.
    Η γιαγιά μου η Κασσιανή είχε δύο αδέρφια κανονικά με ονόματα όπως όλος ο κόσμος που τα λέγανε Αδάμ και Μανώλη και έναν άλλο που τον λέγανε "ο δήμαρχος" και ποτέ δεν μάθαμε το άλλο του όνομα, γιατί νομίζαμε ότι έτσι τον είχανε βαφτίσει και δεν ξέραμε πότε γιορτάζει. Μάλλον όμως θα τον λέγανε και κάτι άλλο γιατί μια φορά το χρόνο μας κουβαλάγανε ντυμένους με τα καλά μας στο σπίτι του που γιόρταζε, οπότε κάπως θα τον είχανε βαφτίσει αλλά δεν θυμάμαι πότε ήτανε γιατί όλο με το ζόρι μας πηγαίνανε σπίτι του.
    Αυτόν δεν τον χωνεύαμε καθόλου ο αδελφός μου κι εγώ γιατί κάθε φορά που ήτανε να μας κάνει επίσκεψη, όλο Κυριακή ήτανε και τρέχαμε όλοι σαν δαιμονισμένοι μέσα στο σπίτι μια βδομάδα νωρίτερα να τα βρει όλα στην εντέλεια και να δει πόσο καλή οικογένεια είμαστε και να μη μας επιπλήξει που έλεγε και η γιαγιά μου η Κασσιανή που καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι με αυτόν τον αδελφό τον "ο δήμαρχος".
    Τότε νόμιζα ότι είναι εισπράκτορας του λεωφορείου ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος, αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν ήτανε και για κάποιο άλλο λόγο μιλούσε όλο για "εισπράξεις του δήμου" και τέτοια πράγματα που δεν νοιώθαμε γρυ εμείς οι μικροί. Ξέραμε και ένα παιδί που το λέγανε Δήμο απέναντι από το σπίτι μας αλλά δεν παίζαμε μαζί του γιατί μια φορά που παίξαμε ήτανε ζαβολιάρης και δεν τον θέλαμε παρέα.
   Άμα ήτανε λοιπόν να έρθει αυτός ο "ο δήμαρχος" η Μαριέτα, που τότε τη λέγανε υπηρέτρια και σήμερα τη λένε η κοπέλα δεν ξέρω γιατί, ξεσκόνιζε και τις γωνίες και τα πολύφωτα, η μάνα μου έβαζε τα καλά σκεπάσματα στα κρεβάτια, ο πατέρας μου που ήτανε θείος του ο δήμαρχος μας έδινε εντολές γενικά να είμαστε φρόνιμοι εμείς οι μικροί και να μην καθόμαστε με τους αγκώνες στο τραπέζι και η γιαγιά μου η Κασσιανή έφτιαχνε σπανακόπιτα και ραβανί που πολύ άρεσε στον αδελφό της το δήμαρχο και τα έτρωγε πολλά κομμάτια χωρίς να σκάσει. 
    Η γιαγιά μου η Κασσιανή ήτανε πολύ περήφανη για τον αδελφό της το δήμαρχο και είχε βάλει μια φωτογραφία του στο σαλόνι μαζί με τους άλλους πεθαμένους, αλλά αυτουνού όμως του βάλανε φωτογραφία πριν πεθάνει. Μια μέρα που ρώτησα τη γιαγιά μου την Κασσιανή γιατί αφού δεν είχε πεθάνει αυτός του βάλαμε φωτογραφία στον τοίχο με αγριοκοίταξε και μου είπε ξερά "λυπούμαι για λογαριασμό σου" κι εγώ της είπα ότι δεν είχα κανένα λογαριασμό ούτε στο μπακάλη, ούτε στο μανάβη και να μη λυπούται καθόλου. Και μετά αυτή πήρε τη βεντάλια και βενταλιαζότανε πολύ ώρα και η Μαριέττα της έφερε νερό να πιει το χάπι για την πίεση.
   Τέλος πάντων κάθε φορά που ερχότανε στο σπίτι αυτός όλο σπουδαία πράγματα είχανε να πούνε οι μεγάλοι κι ο αδελφός μου κι εγώ βαριόμαστε φοβερά αλλά αλλοίμονό μας μην τυχόν και κουνηθούμε από το τραπέζι, μη βήξουμε, μη γελάσουμε, μη ξυστούμε.
   Και μια φορά που με έτρωγε η πλάτη μου κουνιόμουνα πάνω στην καρέκλα αφού δεν έπρεπε να ξυστώ και η γιαγιά μου η Κασσιανή μου έκανε νοήματα να μην κουνιέμαι σα βλαμμένο και γύρναγε να δει αν με έβλεπε ο αδελφός της ο δήμαρχος αλλά αυτός είχε πέσει με τα μούτρα στη σπανακόπιτα και δεν έδινε σημασία που κουνιόμουνα εγώ. 
    Ο πατέρας μου μας είχε πει ότι δεν είναι μόνο ένας δήμαρχος αλλά είναι πολλοί σε όλη την Ελλάδα αλλά αυτοί δεν ήτανε αδέλφια της γιαγιάς μου της Κασσιανής.
Εμάς δεν μας αφήνανε ποτέ να μιλάμε με το στόμα γεμάτο αλλά ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος μίλαγε και με το στόμα γεμάτο σπανακόπιτα κι έλεγε όλο "η αντιπολίτευσις, η αντιπολίτευσις" και "οι αχρείοι αντιπολιτευόμενοι δεν αισχύνονται να ζητούν έκτακτον σύγκλησιν του δημοτικού συμβουλίου δια το πήδημα του ψύλλου" αλλά αυτά ήτανε κινέζικα για μας και λέγαμε ότι αυτός ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής θα ήτανε κινέζος.
   Κι όσο τα έλεγε αυτά για την "αντιπολίτευσις" η Μαριέτα έφερε την πιατέλα με το ροζμπίφ και του έβαλε ένα βουνό στο πιάτο του και η γιαγιά μου η Κασσιανή της έκανε νόημα να του βάλει κι άλλο. Με τον αδελφό μου που δεν τον χωνεύαμε αυτόν τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο σκεφτήκαμε το ίδιο πράγμα που το είπαμε μετά και πιάσαμε κόκκινο να μην τσακωθούμε, ότι αυτοί που είναι δήμαρχοι θα τρώνε διπλό ροζμπίφ, μπορεί και τριπλό, χωρίς να σκάνε, γιατί κάθε φορά περιμέναμε να σκάσει αυτός αλλά δεν έσκασε καμιά μέρα.
     Όμως μία μέρα η γιαγιά μου η Κασσιανή πήρε ένα τηλεφώνημα και μετά αμέσως έπαθε ένα ντελίριο και νομίζαμε ότι πρέπει να φέρουμε τον παπα-Ηλία να της διαβάσει ευχή να συνέλθει αλλά αυτή δεν ήθελε και μας φώναζε να ηρεμήσουμε και να δούμε τι θα κάνουμε που την ερχόμενη Κυριακή θα έρθει ο αδελφός της ο δήμαρχος και θα φέρει μαζί του και ένα σπουδαίο πρόσωπο που το λέγανε ο κύριος Νομάρχης και την είχανε ειδοποιήσει τηλεφωνικώς.
   Η μάνα μου πάλι έπεσε σε μελαγχολία γιατί πολύ τις βαριότανε αυτές οι ετοιμασίες για τον κύριο Νομάρχη και μουρμούραγε γιατί ήθελε να πάμε εκδρομή και έλεγε του πατέρα μου "δεν μας έφτανε ο δήμαρχος αλλά θα μας κουβαλήσει και τον Νομάρχη να φάει τον αγλέορα κι αυτός" αλλά εγώ δεν ήξερα τι είναι ο αγλέορας αφού ποτέ δεν είχαμε φάει τέτοιο φαί στο σπίτι μας. Μάλλον όμως θα ήτανε καλό φαί για να το τρώει ο κύριος Νομάρχης και ρώταγα τη Μαριέτα πώς μαγειρεύουνε τον αγλέορα.
   Η Μαριέττα τότε είπε "Κυρία το παιδί έχει πυρετό" και όλοι με πιάνανε στο μέτωπο και η γιαγιά μου η Κασσιανή μου έδωσε να πιω αγιασμό που φύλαγε στο μπουκαλάκι για τους πυρετούς και το κακό μάτι και κανένας δεν μου απαντούσε που ρώταγα τι είναι ο αγλέορας. Έμεινα με την απορία και με το παράπονο γιατί είχα δει που με κοιτάγανε με συμπόνια σαν να ήμουνα βλαμμένο αλλά δεν ήμουνα. Όμως ήμουνα 8 χρονών.
   Η μάνα μου τελικά είχε πολύ δίκιο που βαριότανε τις ετοιμασίες για τον κύριο Νομάρχη γιατί εμάς τα παιδιά μας είχανε βασανίσει πολύ αυτές οι ετοιμασίες. Η γιαγιά μου η Κασσιανή είπε στη Μαριέτα να μας τρίψει με το σκληρό σφουγγάρι στο μπάνιο γιατί έπρεπε να είμαστε πεντακάθαροι και εμείς αρχίσαμε να κλαίμε γιατί νομίζαμε ότι θα μας πουλήσουνε στον κύριο Νομάρχη και γι΄αυτό μας τρίβανε.
    Αλλά ευτυχώς ήρθε η μάνα μου στο μπάνιο και μας γλύτωσε από τα νύχια της Μαριέτας που έκανε ότι της έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή και μας έπλυνε απαλά και με το ωραίο σαπούνι που μας άρεσε και έτσι καταλάβαμε ότι οι μάνες είναι οι καλύτερες γυναίκες στον κόσμο και αρχίσαμε πάλι να ρωτάμε τι ήτανε αυτός ο κύριος Νομάρχης και γιατί ερχότανε στο σπίτι μας να φάει τον αγλέορα. Γιατί τον αγλέορα τον τρώνε στων αλλονών το σπίτι, είπε η μαμά μου, στα δικά τους κάνουνε δίαιτα να μην παχύνουνε. Αλλά αυτή η κουβέντα της μαμάς μου ήτανε δύσκολη και δεν την κατάλαβα ούτε και η Μαριέττα την κατάλαβε.
    Εκείνο το Σάββατο βράδυ μετά το πλύσιμο και την υποχρεωτική κρεατόσουπα μας βάλανε για ύπνο πολύ νωρίς για να μη μας έχουνε μέσα στα πόδια τους αλλά εμείς δεν κοιμηθήκαμε και ακούγαμε που πηγαίνανε όλοι πέρα δώθε και η γιαγιά μου η Κασσιανή που τύλιγε λαχανοντολμάδες δεν ήρθε να μας πει καληνύχτα γιατί δεν προλάβαινε. Εγώ της θύμωσα γιατί φαίνεται αγαπούσε πιο πολύ τους λαχανοντολμάδες που θα έτρωγε ο κύριος μαζί με τον αγλέορα από μένα.
   Τόσες πολλές ετοιμασίες είχανε στο σπίτι μας που ούτε εκκλησία πήγαμε την άλλη μέρα που ήτανε Κυριακή κι αυτό δεν είχε γίνει ποτέ και μόνο μια άλλη φορά που είχαμε μαγουλάδες με τον αδελφό μου δεν πήγαμε. Τότε καταλάβαμε ότι ο κύριος Νομάρχης θα είναι κάτι σαν τις μαγουλάδες που άμα τις έχεις δεν πας στην εκκλησία την Κυριακή.
   "Μου είπε εις τας ένδεκα θα έλθομεν ομού μετά του Νομάρχου, εις τας ένδεκα" έλεγε η γιαγιά μου η Κασσιανή στον πατέρα μου που τη ρώταγε τι ώρα θα έρθει ο αδελφός της ο δήμαρχος και πάλι δεν καταλαβαίναμε γρυ από "τας ένδεκα" και "ομού και μετά του Νομάρχου" και λέγαμε ότι και ο κύριος Νομάρχης θα είναι κινέζος κι αυτός.
   Αυτή την Κυριακή που ήρθε ο κύριος Νομάρχης μαζί με τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο μας είχανε κάνει ειδικό μάθημα να κάνουμε υπόκλιση, να μη μιλάμε καθόλου και να μη τραβάμε τις κάλτσες μας. Μας είχανε βάλει μπριγιαντίνη στο μαλλί και στους δύο και είμαστε τέλεια μαμόθρεφτα σαν τα χαζά που βλέπαμε στην πλατεία και είπαμε από μέσα μας ότι δεν θα το πούμε στους φίλους μας να μη μας κοροϊδεύουνε "μα-μό-θρε-φτα, μα-μό-θρε-φτα".
  Τον αδελφό μου εκείνη την Κυριακή όλο κατούρημα τον έπιανε και η γιαγιά μου η Κασσιανή πολύ νευρίαζε αλλά εμένα δεν με έπιανε καθόλου και ήμουνα πιο καλό παιδί απ' αυτόν.
   Όταν ο κούκος στο σαλόνι χτύπησε έντεκα φορές τότε χτύπησε και το κουδούνι της πόρτας και η γιαγιά μου η Κασσιανή πετάχτηκε σαν ελατήριο και φώναζε "ήρθαν, ήρθαν" και ο πατέρας μου της έλεγε "ησυχάστε μητέρα, θα σας ανέβει η πίεση" και εμάς μας κάνανε νόημα να πάρουμε θέση για την υπόκλιση γιατί ανέβαινε ο αδελφός της γιαγιάς μου ο δήμαρχος με τον κύριο Νομάρχη.
   Η μάνα μου είχε βάλει το καλό της φουστάνι το ροδακινί που μου άρεσε πολύ και ήτανε πολύ όμορφη και έλεγα πώς ήταν η πιο όμορφη από όλες τις μανάδες των φίλων μου. Τότε ένας κύριος που μπήκε με τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής τον δήμαρχο έπιασε και φίλησε το χέρι της μάνας μου και της είπε "ευτυχής ωραιοτάτη μου κυρία" και η μάνα μου του είπε "Κύριε Νομάρχα τιμή μας" και ο πατέρας μου ξύνισε τα μούτρα του και εμείς τα παιδιά καταλάβαμε ότι αυτός ήταν ο κύριος Νομάρχης που έτρωγε τον αγλέορα και μάλλον θα έτρωγε και τη μάνα μου γιατί την κοίταγε σαν να ήθελε να την φάει και δεν τον χωνέψαμε καθόλου.
   Τότε ήτανε η ώρα να κάνουμε κι εμείς την υπόκλιση στον κύριο Νομάρχη και εγώ την έκανα καλά αλλά ο αδελφός μου γλίστρησε και κουτούλισε πάνω στον κύριο Νομάρχη και η γιαγιά μου η Κασσιανή έπαθε εγκεφαλικό και στράβωσε το στόμα της αλλά μετά γέλασε που είπε ο κύριος Νομάρχης "δεν πειράζει, δεν πειράζει, παιδάκια είναι" ηρεμήσαμε όλοι και οι μεγάλοι γελάσανε.
   Εμείς όμως είχαμε μεγάλη περιέργεια να δούμε πώς είναι ο αγλέορας και κοιτάγαμε κατά την κουζίνα μήπως φανερωθεί κάτι αλλά μόνο λαχανοντολμάδες, ροζμπίφ, σπανακόπιτα, παστίτσιο και ψητό με πατάτες μυρίζανε. Τίποτα άλλο.
   Και αρχίσανε τότε οι μεγάλοι να μιλάνε στα κινέζικα όπως ξαναείπαμε για την "αντιπολίτευσις" και τον "κρατικό προϋπολογισμό"και ο κύριος Νομάρχης έλεγε "ο αντιπολιτευόμενος τύπος" και κάτι άλλα μέχρι που ήρθε η ώρα του φαγητού και κάτσαμε στο τραπέζι όλοι εκτός από αυτόν τον αντιπολιτευόμενο τύπο που έλεγε ο κύριος Νομάρχης. 
   "Του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά έχει ετοιμάσει η Κασσιανή" έλεγε ο αδελφός της γιαγιάς μου ο δήμαρχος που την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά μου την Κασσιανή και ο κύριος Νομάρχης είπε "κυρία Κασσιανή είστε τέλεια οικοδέσποινα" αλλά εγώ πετάχτηκα και είπα Κασσιανή τη λένε όχι Δέσποινα και όλοι γελάσανε και εγώ θύμωσα που αυτός άλλαζε το όνομά της γιαγιάς μου στα καλά καθούμενα.
   Και δεν τρώγαμε καθόλου το φαί του Αβραάμ και του Ισαάκ που ήτανε κάτι γέροι εβραίοι στα θρησκευτικά μας, αλλά τρώγαμε το φαί της γιαγιάς μου της Κασσιανής και της Μαριέτας και πουθενά δεν έβλεπα στο τραπέζι τον αγλέορα και ανησυχούσα μήπως στεναχωρηθεί ο κύριος Νομάρχης που δεν είχαμε μαγειρέψει το αγαπημένο του φαγητό.
   Τελικά η Μαριέτα έβαλε στον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το δήμαρχο εκείνη την Κυριακή διπλή μερίδα από όλα τα φαγητά και στον κύριο Νομάρχη τριπλή μερίδα γιατί ήτανε πιο σπουδαίο πρόσωπο όπως είχε πει ο πατέρας μου και μιλάγανε και οι δυο με το στόμα γεμάτο και λέγανε όλη την ώρα "η κυβέρνησις δεν δίδει χρήματα δια έργα" και "υπάρχει μεγάλη στενότης" και " η χώρα ευρίσκεται εις στενωπόν".
   Και μετά αρχίσανε να μιλάνε μεταξύ τους σιγά για κάτι προμήθειες και κάτι εργολάβους και τότε καταλάβαμε πολύ καλά ότι θέλανε να προμηθευτούνε εργολάβους που μας αρέσανε και μας πολύ γιατί ήτανε πολύ ωραία γλυκά. Κι εμείς νομίζαμε ότι θέλαμε να μας κάνουνε έκπληξη και το είπαμε δυνατά ότι μας αρέσουνε οι εργολάβοι με αμύγδαλο και τότε ο Νομάρχης και ο Δήμαρχος μας κοιτάξανε καλά καλά και αλλάξανε κουβέντα.
   Αρχίσανε πάλι να λένε για την "στενωπόν" ότι και ότι "δεν βγαίνομε με τόσα λίγα που παίρνομε, ψιχία παίρνομε" και "θα βάλομε δικούς μας εις τας προμηθείας για να ρυθμίζει τα των εργολάβων" εμείς κοιτάγαμε πότε τον κύριο Νομάρχη και πότε τον αδερφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής το Δήμαρχο και το κεφάλι μας πήγαινε πέρα δώθε όπως άμα μας πηγαίνανε στο Ομιλο Αντισφαίρησης Αθηνών και βλέπαμε που έπαιζε τέννις ο μπαμπάς μου και ζαλιστήκαμε. Στο τέλος λέγανε και οι δυο μαζί "πού βαίνομεν" πολλές φορές και κανένας δεν απάντησε.
   Μετά το "πού βαίνομεν" που φαίνεται θα ήτανε κακό πράγμα ο κύριος Νομάρχης ζήτησε να πιει σόδα και καταλάβαμε ότι στεναχωριότανε και ήθελε να το χωνέψει κι αυτό μαζί με τους λαχανοντολμάδες και τους εργολάβους που μάλλον θα τους είχε φάει αλλού αφού το έλεγε σιγά.

   Ευτυχώς εκείνη την Κυριακή ήμαστε πολύ καλά παιδιά και δεν κάναμε αταξίες καθόλου αλλά κουραστήκαμε τόσες ώρες στις καρέκλες να ακούμε τον κύριο Νομάρχη να ρωτάει εκατό φορές "που βαίνομεν" και στο τέλος κοιμηθήκαμε πάνω στο τραπέζι και δεν ακούσαμε τα υπόλοιπα σπουδαία πράγματα που λέγανε οι μεγάλοι. Και μετά μας ξυπνήσαμε και βγήκαμε όλοι μαζί στον κήπο να βγάλουμε φωτογραφία και ο αδελφός μου με τσιμπούσε και βγήκα σα χαζό στη φωτογραφία.
    Έτσι πέρασε αυτή η σπουδαία Κυριακή που είχε έρθει ο αδελφός της γιαγιάς μου της Κασσιανής ο δήμαρχος ομού με τον κύριο Νομάρχη που ήτανε φίλος του και την άλλη μέρα πήγαμε στα σχολεία μας και γράψαμε έκθεση "πώς πέρασα την Κυριακή μου".
   Εμάς πολύ μας άρεσε το θέμα αυτό και γράψαμε με τον αδελφό μου μισή - μισή την έκθεση, ο καθένας στο σχολείο του και πήραμε μισό άριστα ο καθένας γιατί οι δασκάλες μας δεν μπορούσαν φαίνεται να βγάλουν άκρη τι λέγαμε και μας είπανε ότι γράψαμε ακαταλαβίστικα και κινέζικα.
   Και τότε καταλάβαμε ότι είχαμε κολλήσει από τον αδελφό της γιαγιάς μου της Κασσιανής τον δήμαρχο και τον κύριο Νομάρχη που μιλάγανε κινέζικα και το είπαμε στις δασκάλες μας και αυτές καλέσανε τους γονείς μας και τους είπανε ότι "τα παιδιά πρέπει να παίζουν με παιδιά και όχι με δημάρχους και νομάρχες γιατί αυτό τους κάνει κακό". Το περίεργο είναι ότι και του αδερφού μου η δασκάλα είπε το ίδιο και η δικιά μου...
   Και η μάνα μου έκανε να μιλήσει στον πατέρα μου μια βδομάδα που τους είχε κουβαλήσει στο σπίτι αυτούς αντί να πάει τα παιδιά του εκδρομή να παίξουν και η γιαγιά μου η Κασσιανή μας έδωσε γλυκό τριαντάφυλλο που πολύ μας άρεσε και έτσι ηρεμήσαμε τελείως.
   Και τώρα μετά από τόσα χρόνια από τις ροζ και χρυσαφί Κυριακές της γιαγιάς μου της Κασσιανής κατάλαβα επιτέλους τι θα πει "η χώρα ευρίσκεται εις στενωπόν" και ότι αυτό δεν χωνεύεται με σόδα αλλά απορώ πώς δεν κατάφερε ακόμα η χώρα να βγει από τη ρημάδα "την στενωπόν" αλλά απ' ότι φαίνεται απορούν κι όλοι οι άλλοι γύρω και κανείς δεν βρίσκει απάντηση στο "πού βαίνομεν" τελικά.
Ούτε τι γίνεται με τους εργολάβους και τις προμήθειες καταλάβαμε ακόμα.
Το μόνο που καταλάβαμε όλοι πλέον είναι τι φαϊ είναι ο αγλέορας !!!
Η γιαγιά μου η Κασσιανή
Κάτι παρόμοιο στο blog :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.