Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

"Τα Κόκκινα φανάρια" : Η Τρούμπα στη δεκαετία του ' 60 μέσα από μια ταινία σταθμό του Ελληνικού κινηματογράφου !

  Μια ταινία σταθμός στην ιστορία του ελληνικού σινεμά και ο χαρακτηρισμός της σαν αριστούργημα δεν αποτελεί υπερβολή.  Πριν το «Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο» και μετά την «Ηλέκτρα», μεσολάβησε η υποψηφιότητα για τα Κόκκινα φανάρια στην κατηγορία καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στα Oscar. 
   Με στοιχεία ιταλικού νεορεαλισμού, μελοδράματος ακόμα και film noir, τα κόκκινα φανάρια αποτελούν μία από τις καλύτερες δραματικές ταινίες της εποχής. 
   Η ταινία χάρη στην μοναδική σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη και την εκπληκτική φωτογραφία, ξεφεύγει από τα στενά όρια του μελοδράματος, γίνεται μια ταινία υψηλής δημιουργίας και ξεχωρίζει αυτόματα από τον σωρό.
    Έχουν περάσει 50 χρόνια από την προβολή της ταινίας, γεγονός που αποδεικνύει την διαχρονικότητα και την τεράστια σημασία που έχει για τον ελληνικό κινηματογράφο. 
   Η καλύτερη ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη, μαζί με  «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο». Δυστυχώς ο ίδιος στη συνέχεια σκηνοθέτησε κωμωδίες και αισθηματικές ταινίες, που δεν του επέτρεψαν να αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές του. Το 1963 όμως αποτέλεσε την χρονιά που θα τον αναδείξει ως δημιουργό. 
   Το σενάριο βασίζεται στο θεατρικό έργο «Το σπίτι με τα κόκκινα φώτα» του Αλέκου Γαλανού που είχε ανέβει ένα χρόνο πριν στο θέατρο Πορεία. Ο ίδιος ο Γαλανός έγραψε την διασκευή για την ταινία, σε συνεργασία με τον Ιάκωβο Καμπανέλη και  τον Γεωργιάδη. Επόμενος στόχος ήταν η εύρεση της εταιρίας παραγωγής που θα αναλάμβανε το film.
   Ο Φιλοποίμην Φίνος φοβήθηκε να χρηματοδοτήσει την ταινία, καθώς πίστευε ότι διέθετε ένα αντιεμπορικό θέμα και το γεγονός ότι ο Βασίλης Γεωργιάδης δεν είχε μέχρι τότε κάποια μεγάλη επιτυχία στο ενεργητικό του, έπαιξε καθοριστικό παράγοντα για την άρνησή του. 
  Η εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης ανέλαβε την παραγωγή, η οποία ήταν ιδιαίτερα ακριβή, και κατάφερε να συγκεντρώσει ορισμένους από τους πιο σπουδαίους δημιουργούς της εποχής. Μπροστά και πίσω από τις κάμερες συναντιούνται οι καλύτεροι.
   Με φόντο μια ρημαγμένη Ελλάδα, παρουσιάζονται οι τραγικές ιστορίες των εκδιδόμενων γυναικών στους οίκους ανοχής της Τρούμπας.  Σε αυτήν την περιθωριακή και κακόφημη συνοικία του Πειραιά, στην οποία ανθούσε η παρανομία, υπήρχαν καμπαρέ, πόρνες, νταβατζήδες κλπ. 
  Η υπόθεση εστιάζει στην ζωή τεσσάρων γυναικών, που εργάζονται στο ίδιο σπίτι και προσπαθούν να επιβιώσουν. Αυτές οι 4 εκδιδόμενες γυναίκες ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο, σε μια καινούρια αρχή, με νέα δεδομένα, χωρίς εξευτελισμό και ταπείνωση. Η ζωή τους είναι σε αδιέξοδο και εκείνες επιζητούν την λύτρωση.  Από την απελπισία περνάνε στην προσμονή για μια καλύτερη ζωή και από στιγμές ευτυχίας που καταφέρνουν να ζήσουν, επιστρέφουν και πάλι στην απόγνωση. 
   Στο Fryne’s Bar συναντάμε από μεθυσμένους άνδρες, αμερικανούς ναύτες, τακτικούς πελάτες, μέχρι και μεροκαματιάρηδες οικογενειάρχες. Το μαγαζί είναι πάντα ανοικτό ακόμα και τις Κυριακές, όπως χαρακτηρίστηκα αναγράφεται στην ταμπέλα, ως μια αναφορά στο  «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του Jules Dassin
   Τα κορίτσια της μαντάμ Παρή, είναι οι μπασμένες από χρόνια στο κουρμπέτι, Μαίρη (Μαίρη Χρονοπούλου), Μαρίνα (Κατερίνα Χέλμη), Άννα (Αλεξάνδρα Λαδικού) και η αταίριαστη ανάμεσά τους Ελένη (Τζένη Καρέζη), η οποία παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που βρίσκεται εκεί, δεν φαίνεται πρόθυμη να εγκλιματιστεί, καθώς αυτό το περιβάλλον δεν της αρμόζει. 
  Με ένα οδυνηρό παρελθόν να έχει προηγηθεί για όλες τους, κατέληξαν σε αυτό το σημείο. Όπως αναφέρεται και στην ταινία, το κακό είναι να μην έχεις να περιμένεις τίποτα.  Και αυτές οι γυναίκες όντως δεν έχουν, μέχρι να έρθει η στιγμή που σε κάθε μία παρουσιάζεται η ελπίδα για το κάτι καλύτερο. 
  Η φιγούρα ενός στοργικού άνδρα για κάθε μία από αυτές θα αποτελούσε και την λύση διαφυγής. Άνδρες που αντικατόπτριζαν όχι απλά ένα μέσο διάσωσης, αλλά κάτι πολύ παραπάνω, την πραγματική αγάπη. Για την Ελένη ήταν ο Πέτρος, για την Μαίρη ο νεαρός Άγγελος, για την Άννα ο καπετάνιος και για την Μαρίνα εσφαλμένα ήταν ο Ντόρης, αφού είναι ο μόνος από τους παραπάνω που ουδέποτε έδειξε πραγματικά ενδιαφέρον για εκείνη.
   Στο φιλμ δεν απεικονίζεται η χυδαιότητα που περιβάλει αυτές τις γυναίκες, αντίθετα όλες έχουν στιγμές που δείχνουν μεγάλη αξιοπρέπεια. Όπως όταν η Μαίρη (Χρονοπούλου) παριστάνει ότι δεν γνωρίζει την Ελένη (Καρέζη) όταν την συναντά τυχαία στον κινηματογράφο, θέλοντας να μην την φέρει σε δύσκολη θέση όταν καταλαβαίνει ότι συνοδεύεται από τον Πέτρο (Δημήτρη Παπαμιχαήλ)
   Η αξιοπρέπεια δηλώνεται και στην όλη παρουσία της Άννας (Λαδικού), ένα από τα στοιχεία που ίσως γοήτευσαν τον καπετάνιο, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές της και φυσικά ο παραπάνω όρος υποδεικνύεται περίτρανα στην στάση της Ελένης. Ειδικά στην τελευταία σκηνή που η ίδια αρνείται τα χρήματα που της προσφέρει ο Φούντας, έστω και αν αυτά αποτελούν αμοιβή της δουλειάς της. 
Η θλιβερή πραγματικότητα είναι το δεδομένο και οτιδήποτε άλλο φαντάζει ουτοπία. Η ανθρωπιά όμως δεν χάνεται ούτε σε αυτά τα μέρη, αφού οι ήρωες αν και έχουν γνωρίζει την χειρότερη πλευρά της ζωής και πάλι δεν εγκαταλείπουν τα γνωρίσματα της συμπόνιας.
  Η βασική ιστορία είναι αυτή της ιερόδουλης Ελένης (Τζένη Καρέζη), με τις ιστορίες των υπολοίπων ηρώων να διαδραματίζονται παράλληλα.  Η Ελένη είναι μια νεαρή κοπέλα από την Ρουμανία που μεγάλωσε στις όχθες του Δούναβη και έχει σπουδάσει γλυπτική στο Βουκουρέστι, αλλά εξαιτίας του πολέμου ήρθε στην Ελλάδα, όπου αγάπησε παράφορα έναν Έλληνα καλλιτέχνη, ο οποίος όμως την εγκατέλειψε αφήνοντάς την χωρίς χρήματα. Η μεγάλη αγάπη της για εκείνον την είχε ωθήσει στο να σμιλεύσει την προτομή του. 
   Η αρχική φιλοξενία της Μαντάμ Παρή (Δέσπω Διαμαντίδου) και του μαστροπού Μιχαήλου (Γιώργος Φούντας), δεν ήταν χωρίς αντάλλαγμα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η ίδια στην πορνεία. Έχοντας αποστροφή για τον κόσμο στον οποίο βρίσκεται, φτάνει σε σημείο να σιχαθεί τον εαυτό της και μένει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα επιστρέψει ο πρώην αγαπημένος της για να την πάρει.
   Όντας ακατάδεκτη στην παρέα των υπολοίπων του σπιτιού, θα πέσει θύμα πειραγμάτων, με αποκορύφωμα την φάρσα που της σκαρώνουν για την δήθεν επιστροφή του παλιού της έρωτα.  Ακολουθεί εμπαιγμός και χλευασμός στο πρόσωπό της, με την ίδια να πληγώνεται για ακόμη μια φορά. 
   Στην συνέχεια όμως θα γνωρίσει έναν νεαρό φοιτητή, τον Πέτρο (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), ο οποίος θα της ξυπνήσει ότι νόμιζε ότι μέσα της είχε πεθάνει. Την πραγματική αγάπη και το ερωτικό ενδιαφέρον για έναν άνδρα.  Θέλοντας να τον προστατεύσει, του αποκρύπτει την επαγγελματική της ιδιότητα και προσπαθεί να τον προφυλάξει από το τοξικό περιβάλλον στο οποίο ανήκει. 
  Μαζί του κάνει όνειρα για μια νέα ζωή και αισθάνεται ιδιαιτέρως τυχερή που της δόθηκε μια τέτοια ευκαιρία.  Όμως, ο πανταχού παρών Μιχαήλος θα σταθεί εμπόδιο στην χαρά της, απειλώντας την ότι θα αποκαλύψει την αλήθεια.  
   Όταν εν τέλει ο Πέτρος ανακαλύπτει με τα ίδια του τα μάτια την αλήθεια, τότε νιώθει βαθειά προδομένος και απορρίπτει την γυναίκα, στην οποία μέχρι πρότινος έταζε παντοτινή αγάπη.  Η απογοήτευση που νιώθει, την τσακίζει. 
   Η Καρέζη είναι μέσα στο ρόλο και δίνει όπως πάντα άλλωστε τον καλύτερό της εαυτό. Με ένταση και νεύρο σκιαγραφεί την περήφανη, αλλά κακότυχη Ελένη.  Η ηθοποιός διαθέτει την αίγλη και την γοητεία αντίστοιχων ηθοποιών του Hollywood εκείνης της περιόδου, χωρίς να θέλω βέβαια να την παρομοιάσω με καμιά από αυτές, γιατί τον πολύ απλό λόγο, ότι ήταν η μοναδική Τζένη Καρέζη. Και είναι ίνδαλμα από μόνη της. 
   Με αυτό το αναμφισβήτητο εκτόπισμα και τα υπέροχα γκριζοπράσινα μάτια, αποτέλεσε την ιδανικότερη επιλογή για το πρωταγωνιστικό ρόλο. Το απερίγραπτα όμορφο πρόσωπο της Καρέζη δημιουργεί ένα από τα καλύτερα κάδρα την ώρα που η ίδια παίζει κιθάρα στο δωμάτιο της.  Η εικόνα γίνεται πιο σκοτεινή, φωτίζοντας μόνο το εκφραστικό πρόσωπο της ηθοποιού και η όλη σκηνή αποπνέει μια απαράμιλλη ομορφιά.
   Ανάμεσα στις υπόλοιπες ηρωίδες συναντάμε την Άννα (Αλεξάνδρα Λαδικού), μια γυναίκα με επιβλητική παρουσία, αριστοκρατική όψη και με αέρα που θα ταίριαζε περισσότερο σε κοσμικά σαλόνια και όχι στα καταγώγια της Τρούμπας. Η φυσιογνωμία της, κάθε άλλο παρά σε ιερόδουλη παραπέμπει. Δέσμια σε μια ζωή που δεν της αξίζει, έχει συνηθίσει πλέον σε κάτι που κάποια χρόνια πριν δεν θα μπορούσε να διανοηθεί. 
Λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος την έχουν οδηγήσει εκεί και η ίδια προσπαθεί παράλληλα να κρατήσει το μυστικό της επτασφράγιστο. Έχει ένα μικρό αγόρι, του οποίου την παρουσία οι υπόλοιποι δεν γνωρίζουν, εκτός της Ελένης. Πασχίζει η ίδια να το μεγαλώσει και οραματίζεται ένα πιο ευοίωνο μέλλον για το παιδί. 
  Η πολυετή παρουσία που είχε εκείνη στην ζωή του καπετάν Νικόλα (Μάνος Κατράκης), δεν θα αφήσει τον τελευταίο ανεπηρέαστο. Εκείνος είναι από τους μόνιμους πελάτες της Άννας, ο οποίος σε αντίθεση με τους υπόλοιπους την σέβεται και εκτιμάει την γνώμη της. Με το πέρασμα των χρόνων, αναπτύσσει συναισθήματα αγάπης για εκείνη, κάτι το οποίο είναι αμοιβαίο.
  Έχοντας μεγαλώσει ηλικιακά αρκετά και μην μπορώντας πια να δημιουργήσει οικογένεια, της προτείνει να πορευτούν μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Η ίδια αρχικά ταράζεται στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης, αλλά με την ψύχραιμη καθοδήγηση της Ελένης συμφωνεί και γνωστοποιεί την ύπαρξη του γιού της στον καπετάνιο. Ο ώριμος άνδρας δέχεται με χαρά έναν γιό που ποτέ δεν είχε και επιθυμεί την Άννα ως νόμιμη σύζυγό του. 
  Σε εκείνο σημείο η ιστορία της είναι αυτή που είναι η πιο πιθανή εκ των τεσσάρων κοριτσιών για να έχει ένα αίσιο τέλος. Δυστυχώς όμως τα σχέδιά τους δεν ευδοκιμούν, καθώς ο καπετάνιος πνίγεται στο τελευταίο ταξίδι του. Έτσι μένει το ανεκπλήρωτο όνειρο της Άννας που έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει πραγματικότητα, αλλά ατύχησε. 
  Η Αλεξάνδρα Λαδικού στον τέταρτο μόλις κινηματογραφικό της ρόλο, είναι βαθιά συγκινητική και μοιράζεται μια ιδιαίτερη χημεία με τον σπουδαίο Μάνο Κατράκη, ο οποίος με το κύρος και την εμπειρία που διαθέτει, δίνει για ακόμα μία φορά μια μεστή ερμηνεία.
  Η Μαίρη (Μαίρη Χρονοπούλου) σε αντίθεση με την εσωστρέφεια της Ελένης, είναι έξω καρδιά και πολύ πιο διαχυτική. Είναι η περισσότερο συνειδητοποιημένη από τις κοπέλες, καθώς δέχεται την παρούσα φάση της ζωής της σαν μόνιμη κατάσταση. Ξέρει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, το αποδέχεται, συμφιλιώνεται με αυτό και είναι ως ένα βαθμό ικανοποιημένη έχοντας οικονομική αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία της. 
  Τον καλά προγραμματισμένο κόσμο της θα έρθει να ταράξει ο Άγγελος (Φαίδων Γεωργίτσης), ένας πιτσιρικάς, ένα άβγαλτο λαϊκό παιδί. Εκείνη θα γοητευτεί από τον αθώο τρόπο σκέψης του νεαρού άνδρα και θα τον οδηγήσει για πρώτη φορά στον έρωτα. Εκείνος όπως είναι φυσικό προσκολλάται σχεδόν αυτόματα σε εκείνη, αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι εκείνη είναι αυτή που δένεται περισσότερο. Εθίζεται κατά κάποιον τρόπο σε αυτόν και στην συνέχεια της γίνεται απαραίτητος.
  Τότε είναι που παρουσιάζεται η πιο ευαίσθητη πλευρά της και η ίδια επιδιώκει συχνές συναντήσεις με τον Άγγελο, χωρίς βέβαια να υπάρχει το χρηματικό αντίτιμο. Ο μικρός είναι έντονα ενθουσιώδης και της προτείνει έναν κοινό βίο μακριά από το περιβάλλον που βιώνει. Η Μαίρη αν και αρχικά τον αποτρέπει και τον αποθαρρύνει, στη συνέχεια συνηθίζει στην ιδέα και της δημιουργείται ενδόμυχα η ελπίδα για αυτήν την τόσο θετική έκβαση. 
  Ο Άγγελος όμως αλλάζει γνώμη, επηρεαζόμενος από τους γονείς του και σταδιακά απομακρύνεται. Τότε η Μαίρη κλείνεται για ακόμα μία φορά στον εαυτό της και επιστρέφει στο αρχικό της μαζεμένο παράστημα. 
  Η Μαίρη Χρονοπούλου είναι από τις τυχερές που της έχει δοθεί μια πληθώρα σημαντικών και απαιτητικών ρόλων. Σε αυτή την ταινία, με την ερμηνεία της κάνει πολύ εύκολο στον θεατή το να ταυτιστεί μαζί της και να την καταλάβει. Δίνει όπως πάντα δυναμισμό και τσαμπουκά στο χαρακτήρα που υποδύεται, αλλά έχει επίσης και κάποιες συγκινησιακά δυνατές στιγμές, όπως στην τελευταία σκηνή της, που προσπαθεί να στηρίξει μια καταρρακωμένη Μαρίνα.
  Προχωράμε στην τέταρτη του group, την σπιρτόζα Μαρίνα (Κατερίνα Χέλμη). Μάλλον είναι η πιο ευαίσθητη, καθώς φαίνεται ότι δεν έχει αναπτύξει καθόλου άμυνες θωράκισης του εαυτού της, με αποτέλεσμα να είναι αυτή που επηρεάζεται και πιο εύκολα, αφήνοντας τον εαυτό της σε δεύτερη μοίρα. 
  Το πιο υπάκουο κορίτσι της μαντάμ Παρή, η Μαρίνα ίσως να αποτελεί την πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα εκδιδόμενης κοπέλας. Έχοντας πιθανότατα βυθιστεί στην θλίψη, έχει αγκιστρωθεί αποκλειστικά και μόνο πάνω στον Ντόρη (Κώστας Κούρτης), έναν άνθρωπο που δεν αξίζει την εμπιστοσύνη και την αγάπη της. 
   Εκτός από τα «καθήκοντά» της στο σπίτι, η Μαρίνα έχει παράλληλα και τα ερωτικά ραντεβού που της κανονίζει ο Ντόρης. Τα λεφτά βέβαια τα δίνει η ίδια απευθείας σε αυτόν. Όταν εκείνος την εγκαταλείπει με μεγάλη ευκολία, θα τον εκλιπαρήσει για να μείνει κοντά του, καθώς της είναι αναγκαίος. 
  Στην χαρακτηριστική σκηνή που εξαπολύει απειλές περί αυτοκτονίας και φαρμακώματος, η ίδια θα έρθει σε τερματικό στάδιο. Μιλάμε για τον μηδενισμό της προσωπικότητας, την ώρα που τον παρακαλεί να επιστρέψει κοντά της με τους όποιους όρους. 
  Παρά το γεγονός ότι έχει αποτελέσει αφορμή για διάφορες παρωδίες, η αυθεντική σκηνή είναι βαθύτατα αληθινή και ως εκ τούτου άκρως συγκινητική. Την τραγικότητα της στιγμής συμπληρώνουν τα γέλια των περαστικών που νιώθουν να ψυχαγωγούνται από το όλο περιστατικό. Η Κατερίνα Χέλμη δίνει μια σπαρακτική ερμηνεία που όσες φορές και αν την δεις, δεν παύεις να συγκινείσαι. 
  Καινούρια άφιξη στο σπίτι, αποτελεί ο αιφνίδιος ερχομός της νεαρής Μυρσίνης (Ελένη Ανουσάκη). Θέλοντας να ξεφύγει από τους αστυνομικούς που την καταδιώκουν, βρίσκει καταφύγιο στο Fryne’s Bar και παρά την αρχική δυσαρέσκεια της Μαντάμ Παρή, ο Μιχαήλος ανοίγει τα φτερά του για την προστατεύσει. 
  Η Μυρσίνη θα χάσει πολύ γρήγορα την όποια αθωότητα της έχει μείνει και θα γίνει το καμάρι της Μαντάμ Παρή. Η μαθήτρια θα ξεπεράσει την δασκάλα σε πουτανιά και ευστροφία, παραγκωνίζοντας με ευχαρίστηση στο τέλος την γερασμένη και κατά κάποιο τρόπο μητρική φιγούρα της Μαντάμ Παρή. 
   Όταν θα παρθεί η απόφαση για το κλείσιμο των οίκων ανοχής, τότε η Μυρσίνη θα πάρει το ρόλο της προκατόχου της, καθοδηγώντας άλλα κορίτσια. Η πάντα γλυκιά Ελένη Ανουσάκη πραγματοποιεί το κινηματογραφικό της ντεμπούτο και υπόσχεται πολλά για μια καλή επαγγελματική πορεία.
   Η εποπτεία της Μαντάμ Παρή (Δέσπω Διαμαντίδου) βρίσκεται παντού. Μια γυναίκα χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς ντροπή που έχει μάθει να επιβιώνει σε  αντίξοες συνθήκες. Έχει γίνει πολύ σκληρή, είναι βαθειά κυνική και όπως είναι φυσικό ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον εαυτό της, καθώς μοιάζει ανίκανη να αγαπήσει κάποιον άλλο. 
  Κατευθυνόμενη από τον προαγωγό της, Μιχαήλο, το μόνο που γνωρίζει είναι  να χειρίζεται τα κορίτσια και να δημιουργεί μεγάλα γλέντια στο Fryne’s Bar. Η μεγαλύτερη της ανακάλυψη, η Μυρσίνη, θα αποτελέσει παράλληλα και την μεγαλύτερη απογοήτευσή της. 
  Μετά το λουκέτο στα σπίτια, η ίδια θα μείνει μόνη της και έχοντας περάσει η μπογιά της, είναι πολύ λίγα αυτά που μπορεί να κάνει. Οι κοπέλες νιώθουν ότι δεν της χρωστάνε τίποτα, ίσα ίσα το αντίθετο και στο πλευρό της φαίνεται πως μένει τελικά μόνο ο Μιχαήλος. 
  Η Δέσπω Διαμαντίδου υποδύεται αριστοτεχνικά μια γυναίκα άξεστη, χωρίς ηθικούς φραγμούς και το γεγονός ότι μπόρεσε να την καταλάβει, έτσι ώστε να την προσεγγίσει και να μπει στην θέση της, αποδεικνύει το πόσο καλή ηθοποιός ήταν.Πραγματικά αποτελούσε μία από τις κορυφαίες ηθοποιούς που μέσα από βοηθητικούς ρόλους μεγαλουργούσε πάντα.
  Ο Γιώργος Φούντας στον ρόλο του Μιχαήλου είναι πολύ πειστικός και ο ρόλος του ταιριάζει γάντι. Σκληρός άνδρας με πυγμή, αρχικά μοιάζει άκαρδος, δείχνει όμως να έχει και πραγματικά συναισθήματα για την Ελένη. Η παρουσία του στο cast είναι σημαντική για την ταινία.
  Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ δίνει και εκείνος μια πολύ καλή ερμηνεία, αν και σε ορισμένα σημεία έχει κάποιες υπερβολικά θεατράλε στιγμές που θεωρώ πως δεν ταιριάζουν απόλυτα. Από τις καλύτερες στιγμές του όμως αποτελεί η τελευταία σκηνή όπου ο ίδιος επιστρέφει στο σπίτι για να συναντήσει την Ελένη. 
   Μετανοιωμένος για το προηγούμενο φέρσιμό του σε εκείνη, την κοιτάει με ένα βλέμμα αγάπης, θέλοντας να της ζητήσει την συγχώρεσή της. Τα συναισθήματα όμως, είναι αμοιβαία και για αυτό αποχωρούν μαζί. Ουσιαστικά είναι και η μόνη καλή κατάληξη από τις ιστορίες που διαδραματίζονται.
  Η ψυχοσύνθεση των ηρώων παρουσιάζεται ολοκληρωμένα. Από τους κύριους, μέχρι τους πολλούς δευτερεύοντες ρόλους. Και σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στην Κατερίνα (Ηρώ Κυριακάκη), η οποία είναι ο πιο συμπαθής χαρακτήρας και ίσως πιο ταλαιπωρημένος της ιστορίας. Καταρρακωμένη από την αδιάκοπη δουλειά και την κακομεταχείριση, η Κατερίνα έχει καταντήσει σαν μια σκιά του εαυτού της. Αυτή η μόνιμη θλίψη στα μάτια της, φαίνεται ότι δεν θα φύγει ποτέ. 
  Μόνο η ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα μπορέσει να μείνει σε έναν χώρο δικό της, μακριά από εκείνον τον κόσμο, δείχνει να της προσφέρει στιγμιαία αγαλλίαση.  Η προσμονή για μια πολύ απλή και φτωχή ζωή, αποτελεί κινητήριο δύναμη για εκείνη, καθώς έτσι οραματίζεται την ευτυχία της. Έχει σίγουρα ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της κούρασης, αλλά παρά την επιθυμία της για μια κάποια αλλαγή, δίνει παράλληλα την εντύπωση ότι δεν έχει τίποτα να περιμένει. 
  Είναι μια γυναίκα που σίγουρα έχει περάσει μια πολύ δύσκολη ζωή και δυστυχώς δεν έχει βιώσει την αγάπη από κανέναν. Κι όμως το αξιοθαύμαστο είναι ότι δεν κρύβει μέσα της ούτε οργή ούτε κακία, αλλά αντιθέτως μόνο καλοσύνη και γλυκύτητα, ακόμα και σε αυτούς που την πικραίνουν τις στιγμές που της συμπεριφέρονται άσχημα. 
  Ο γέρος της (Νότης Περγιάλης), όπως η ίδια τον χαρακτηρίζει είναι ένας άστεγος ηλικιωμένος και σε αυτόν βλέπει τον σύντροφο, με τον οποίο κάνει όνειρα για μια κοινή πορεία. Ο ίδιος όμως φαίνεται να την βλέπει συμφεροντολογικά, καθώς εκείνη του εξασφαλίζει τσιγάρα και ζεστό φαγητό από την δουλειά. 
  Συμβιβαζόμενη με τα ελάχιστα, δείχνει να έτοιμη να αποδεχτεί την όποια ενδεχόμενη μη πρέπουσα συμπεριφορά εκείνου. Τότε είναι που ειπώθηκε και μία από τις πιο χαρακτηριστικές ατάκες της ταινίας:
'Ωραία δεν είναι η ζωή Κατερίνα;' 
Και εκείνη απαντά: 'Καλή είναι…'
Ο Νότης Περγιάλης είναι και αυτός συγκινητικός με την ερμηνεία του, έστω και σε έναν ιδιαίτερα μικρό ρόλο. Η Ηρώ Κυριακάκη όμως είναι άξια συγχαρητηρίων, αφού σε χαμηλούς τόνους δίνει μια μεγάλη ερμηνεία. Πονεμένο βλέμμα, οι παύσεις της σου κόβουν την ανάσα, αποτελεί την προσωποποίηση της εξουθένωσης και δείχνει να είναι μόνιμα σε οριακό σημείο. Η εσωτερική ερμηνεία της είναι οσκαρικών προδιαγραφών. Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι πρόκειται για την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση. 
Το τέλος βαθιά τραγικό, έως ανατριχιαστικό. Με τις Μαίρη και Μαρίνα να μαζεύουν τα συντρίμμια τους και να καταλήγουν στο δρόμο, εκεί από όπου ξεκίνησαν, έχοντας αυτή την φορά επικεφαλή την ξεπεταγμένη πια Μυρσίνη.
   Έντονα συγκινητικές ιστορίες των ηρώων που φοβούνται, απελπίζονται, αλλά και κάνουν όνειρα για ένα καλύτερο αύριο, τα οποία εν τέλει κατακερματίζονται για τους περισσότερους από αυτούς.
   Ο Γεωργιάδης παρουσιάζει με ρεαλισμό την πλοκή, μερικές φορές όμως δίνει την εικόνα ενός λυπητερού παραμυθιού (π.χ. στην σκηνή που η Καρέζη κρατώντας στα χέρια της χριστουγεννιάτικα δώρα, διασχίζει τους στολισμένους δρόμους κατευθυνόμενη προς το σπίτι, μέσα σε ένα χαρωπά εορταστικό κλίμα). 
  Ορισμένες φορές δημιουργείται ηθελημένα μια αποπνικτική ατμόσφαιρά που μαζί με τους ήρωες, αισθάνεται ότι εγκλωβίζεται και ο θεατής. Αποτυπώνει επιτυχώς την σκληρή πραγματικότητα και αναδεικνύει τις ερμηνείες των ηθοποιών του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. 
Η φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη παίζει καταλυτικό παράγοντα στην επιτυχία της ταινίας. Μερικές φορές ζωντανή και άλλες ψυχρή, αλλά πάντα άρτια.
   Επίσης τα εκπληκτικά σκηνικά του Πέτρου Καπούραλη αποτελούν ένα  σημαντικό επίτευγμα για την εποχή, με το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, να έχει γυριστεί σε στούντιο. 
    Λιγοστές οι εξωτερικές σκηνές αλλά καλογυρισμένες. Στην Καπνικαρέα με το ζευγάρι Καρέζη-Παπαμιχαήλ να περπατά και να χαίρεται τον έρωτα του και στο λιμάνι του Πειραιά με την Λαδικού να περιμένει τον καπετάνιο που ποτέ δεν επέστρεψε.
  Εξαιρετική η μουσική από τον μεγάλο Σταύρο Ξαρχάκο, του οποίου οι συγκινητικές μελωδίες δένουν άριστα με την ύφος της ταινίας. 
   Στο φιλμ, εμφανίζεται ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης να τραγουδάει την "Άπονη Ζωή" σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Σημαντική η συμβολή και του Γιώργου Ζαμπέτα, που στις σκηνές του γλεντιού μεταφέρει το μοναδικό κέφι του. 
  Εκτός από την καλλιτεχνική της αξία, η ταινία είχε και μεγάλη εμπορική επιτυχία, καθώς συγκέντρωσε 473.686 εισιτήρια και βγήκε 3η  ανάμεσα στις 92 ταινίες της σεζόν.
   Προβλήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1963 στην Ελλάδα, στην συνέχεια συμμετείχε στο διαγωνιστικό μέρος στο Φεστιβάλ των Καννών που συγκέντρωσε πολύ θετικές κριτικές και αυτό οδήγησε στο να επιλεγεί ως μία από τις 5 καλύτερες ξενόγλωσσες ταινίες για την 36η απονομή των Oscar, ακριβώς ένα χρόνο μετά την υποψηφιότητα της "Ηλέκτρας" του Μιχάλη Κακογιάννη. 
  Στο εξωτερικό απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και ο αγγλικός του τίτλος ήταν το "The Red Laterns".
   Ο ανταγωνισμός όμως ήταν μεγάλος, και υπόλοιπες υποψηφιότητες άνηκαν στις: Frederico Fellini 8 ½ (Ιταλία), Knife in the Water (Πολωνία), Los Tarantos (Ισπανία) και Twin Sisters of Kyoto (Ιαπωνία), με το Oscar εν τέλει να καταλήγει δικαίως στο αριστουργηματικό Οκτώμισι του Φελίνι.
Τα «Κόκκινα Φανάρια» έχουν την δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.Και για τους πολύ νεότερους, σίγουρα θα αποτελέσει μια ευχάριστη έκπληξη το να την ανακαλύψουν και οπωσδήποτε η θέασή της, θα προσφέρει πολλά περισσότερα από όσα αρχικά ίσως φαντάζονται.Ένα από τα διαμάντια του ελληνικού κινηματογράφου.
Θυμηθείτε τα άλλα 2 Oscar που δεν ηρθαν ποτέ.
Την «Ηλέκτρα» και το «Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο».
Νάσος Κυριακίδης / filmboy

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.