Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Οι γεύσεις που γεννούν αναμνήσεις

     Φίλη, μου έστειλε πριν λίγες μέρες με τον άντρα της, με τον οποίο θα τρώγαμε το μεσημέρι, κρασί από το χωριό και ένα κομμάτι τυρί μανούρι. Είχα να δοκιμάσω μανούρι εδώ και κάποιες δεκαετίες. Και όπως ο Προυστ, δοκιμάζοντας, μετά από χρόνια, μία μαντλέν (ένα μικρό γαλλικό κέικ), ξεκίνησε ένα ταξίδι αναμνήσεων μέσα στον χρόνο, που τον οδήγησε να γράψει  το αριστουργηματικό του μυθιστόρημά με τον γενικό τίτλο “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”, έτσι και εγώ με την πρώτη μπουκιά μανούρι που γεύτηκα, βρέθηκα να ταξιδεύω στο παρελθόν, με πλήθος αναμνήσεων να αναβιώνουν και να στριμώχνονται μέσα μου. Ο παραλληλισμός με τον Προυστ εξαντλείται εδώ, μια και στη συνέχεια δεν έγραψα μυθιστόρημα(!), με οδήγησε όμως να γράψω τούτες τις λίγες γραμμές. 
    Μανούρι λοιπόν, ή για να το θέσω καλύτερα με τη σειρά, τυρί φέτα και μανούρι. Στα παιδικά μου χρόνια, αρχές της δεκαετίας του ’60, στα χρόνια όπου στην Ελλάδα επικρατούσε μία “έντιμη πενία” όπως τη χαρακτηρίζω, το τυρί φέτα δεν έλειπε σχεδόν ποτέ από το τραπέζι. 
   Συνόδευε κάθε φαγητό, είτε αυτό ήταν όσπρια όπως φασολάδα, γίγαντες και ρεβίθια, είτε λαδερά όπως μπάμιες και φασολάκια, είτε το κοτόπουλο της Κυριακής, είτε τέλος τη σαλάτα ντομάτα. 
   Φέτα και ψωμί δεν έλειπαν από το τραπέζι. Και επειδή τα χρόνια εκείνα τα ψυγεία ήταν μικρά και τα λεφτά λίγα, τα ψώνια για το φαγητό ήταν καθημερινή, σχεδόν, υπόθεση. Λίγα ψώνια, ίσα-ίσα για το φαγητό εκείνης της μέρας. Στον μπακάλη, στον μανάβη και αραιότερα στον κρεοπώλη ή τον ψαρά. 
   Δεν υπήρχαν τότε σούπερ μάρκετ. Το πρώτο που άνοιξε στα μέσα-τέλη της δεκαετίας ήταν ο περίφημος “Θανόπουλος”, στη γωνία Αιόλου και Σταδίου, για τον οποίο μιλούσε όλη η Αθήνα με περιέργεια, και ο οποίος ήρθε μάλλον πριν την ώρα του, με αποτέλεσμα να κλείσει. 
   Νικητής λοιπόν τότε ο κλασικός μπακάλης της γειτονιάς με την άσπρη ποδιά. Με τον δεύτερο μπακάλη στο μαγαζί, ή με τον βοηθό του γνωστό και ως μπακαλόγατο. 
    Φέτα σε βαρέλι ή σε δοχείο (τελεμές). Η κουβέντα για τη φέτα στο τραπέζι σχεδόν καθημερινή. “Πολύ καλή η φέτα σήμερα, από ποιον την πήρες;”, ή “Σαν ασβέστης είναι, δεν έχει γεύση, ποιος την πήρε;». Ο μικρός. Ο μικρός ήμουν εγώ… ή τέλος “άμα βρεις φέτα μαλακιά και βουτυράτη, πάρε λίγη για αλλαγή”. 
   Βλέπετε, δεν υπήρχε τότε η τυποποιημένη φέτα και η επιτυχία της ή μη ήταν θέμα βαρελιού που είχε ανοίξει ο μπακάλης. Ακόμα και από το ίδιο μέρος να ήταν η φέτα, βαρέλι με βαρέλι διέφερε. 
   Δεν ήταν μόνο η φέτα που δεν ήταν τυποποιημένη. Ήταν και τα όσπρια. Ήταν και το ρύζι. Μάλιστα, τις φακές και το ρύζι έπρεπε να τα βάλεις λίγα-λίγα σ’ ένα ρηχό πιάτο και με τα δάχτυλα να ψάξεις να βρεις και να αφαιρέσεις τις μικρές πετρούλες που υπήρχαν μέσα. Αν σου ξέφευγε καμία στο ρύζι κινδύνευες να σπάσεις και κάνα δόντι. Ρύζι “on the rocks” το αποκαλούσε ο πατέρας μου.  
   Όλα αυτά λοιπόν τροφοδοτούσαν συζητήσεις των γονιών μου που εγώ τις εύρισκα βαρετές, αλλά που σήμερα τις νοσταλγώ.
   Σε αντίθεση με την καθημερινή και ταπεινή φέτα, το μανούρι ήταν ο βασιλιάς των τυριών. Το τρώγαμε σπάνια (πρέπει να ήταν ακριβό), και μόνο σε γιορτινά τραπέζια, όπως Χριστούγεννα, Πάσχα κ.λπ. 
   Θυμάμαι μία θεία μου που τα Χριστούγεννα μας έκανε συχνά το τραπέζι. Γαλοπούλα με δαμάσκηνα. Ή μια άλλη θεία, που η σπεσιαλιτέ της ήταν χοιρινό με κυδώνια. Είχαν και οι δύο πάντοτε στο τέλος τυρί μανούρι. Το ανάγγελλαν μάλιστα, ”κρατήστε λίγο χώρο για το τέλος, σας έχω τυρί μανούρι!”. 
  

   Δείγμα γιορτινής διάθεσης και διάθεσης για περιποίηση το μανούρι. Στρογγυλό σε σχήμα κορμού, τυλιγμένο σε ασημόχαρτο, προφανώς για να κρατά την υγρασία του. Τι φίνα γεύση στον ουρανίσκο, τι απόλαυση…
Μαντλέν ή μανούρι, ταξίδια στο χρόνο και τις αναμνήσεις, μέσα από τις γεύσεις.
Αλέκος Λασκαράτος / Πρωταγωνιστές
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Ο φούρνος της γειτονιάς μας και το ψητό της Κυριακής
Τα όσπρια της Παρασκευής και η γκρίνια του Γιαννάκη !
Η εθνική μας φασολάδα !
Ώρα Eλλάδος: λαδερά 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.