Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Ένας ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σ' αυτήν την ανάρτηση πιθανόν να υπάρχουν κείμενα, φωτογραφίες ή videos 
που μπορεί να σοκάρουν ή να προσβάλλουν 
κάποιους "ευαίσθητους" !
   Στη Ρωσία μιλούσαν συχνά για τα πλεονεκτήματα των Μαύρων έναντι των Λευκών. Κυκλοφορούσαν μάλιστα φήμες σχετικά με το μέγεθος του πουλιού τους. Και να που βρισκόμουν μπροστά σ’ αυτό το μυθικό εργαλείο. Παρά την ειλικρινή επιθυμία που είχα να κάνω έρωτα μαζί του, η περιέργειά μου νίκησε κι άρχισα να το περιεργάζομαι. 
   «Είναι μαύρο ή μήπως είναι πιο ανοιχτόχρωμο;» Δεν μπορούσα να δω, μολονότι, γενικά, βλέπω στο σκοτάδι. Είχε χοντρό πούτσο. Αλλά όχι πιο μακρύ απ’ το δικό μου. Οπωσδήποτε όμως πιο παχύ. Μια ματιά έφτανε για να ικανοποιηθεί η περιέργειά μου. Ύστερα ήρθε η επιθυμία.
   Ψυχολογικά, ήμουν πολύ ευχαριστημένος απ’ αυτό που μου συνέβαινε. Για πρώτη φορά εδώ και μήνες ζούσα κάτι που με ικανοποιούσε και μου άρεσε απόλυτα. 
   Ήθελα να πάρω τον πούτσο του στο στόμα μου. Ένιωθα ότι θα μ’ ευχαριστούσε κάτι τέτοιο και ήθελα κυρίως να δοκιμάσω τη γεύση του σπέρματός του, να νιώσω τους μυς του να τεντώνονται, να συσπώνται και να τους τους νιώσω σφίγγοντάς τον πάνω μου. 
   Πήρα τον πούτσο του και, για πρώτη φορά, πέρασα τη γλώσσα μου πάνω στην άκρη του. Ο Κρις ανατρίχιασε.
    Θεωρώ ότι αυτό το κάνω πολύ καλά γιατί είμαι απ’ τη φύση μου εκλεπτυσμένος και δραστήριος, δεν είμαι απ’ αυτούς που θέλουν να φτάσουν σε οργασμό με κάθε τρόπο. 
   Είμαι καλός σύντροφος, απολαμβάνω τους αναστεναγμούς, τις φωνές και την ηδονή του άλλου. Γι’ αυτό ασχολιόμουν με τον πούτσο του απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που έκανα• είχα αφεθεί στις αισθήσεις μου και την επιθυμία μου.
   Με το αριστερό χέρι, του χάιδευα τ’ αρχίδια. Αναστέναζε, στηριγμένος στους αγκώνες, αναστέναζε μέσα σε λυγμούς. Ίσως και να είπε «Ω, Θεέ μου» δε θυμάμαι.
   Σιγά σιγά άρχισε να σκιρτά και να σπρώχνει τη λεκάνη του προς το μέρος μου, χώνοντάς μου βαθιά στο στόμα τον πούτσο του. Ήταν ξαπλωμένος στην άμμο, γυρισμένος στο πλάι και ακουμπισμένος στο δεξί αγκώνα και, με το αριστερό χέρι, μου χάιδευε απαλά τα μαλλιά και το λαιμό. 
   Του κάβλωνα τον πούτσο με τα χείλη και τη γλώσσα μου, ενώ κατά διαστήματα, του έπαιρνα τον πούτσο ολόκληρο στο στόμα μου. Μια φορά, μάλιστα, κόντεψα να πνιγώ, μου άρεσε όμως.
   Τι συνέβαινε όμως με τον δικό μου πούτσο ; Ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα στην άμμο και, σε κάθε κίνηση που έκανα, ο πούτσος μου τριβόταν, μέσα απ’ το μπλου τζην, στην άμμο• αισθανόμουν μ’ αυτό τον τρόπο μια ευχάριστη φαγούρα. 
   Ήμουν πανευτυχής. Είχα μια σχέση. Εδώ και δυο μήνες ήμουν ολότελα ταπεινωμένος και δυστυχής. Ένα ανθρώπινο πλάσμα είχε σκύψει πάνω μου και είχα μια σχέση. Επιτέλους. Του ήμουν απόλυτα ευγνώμον, ήθελα να είναι καλά και νομίζω πως ήταν, άλλωστε. 
   Δεν ήταν μόνο πως έπαιρνα τον πούτσο του στο στόμα μου• οι ερωτικές μας κινήσεις συμβόλιζαν για μένα τη ζωή, το θρίαμβο της ζωής, την επιστροφή στη ζωή. 
   Επικοινωνούσα με τον πούτσο αυτού του νεαρού κακοποιού και αυτός ο πούτσος ήταν για μένα το όργανο της ζωής, η ίδια η ζωή. Κι όταν έφτασε σε οργασμό, όταν ένιωσα εκείνο το συντριβάνι μέσα μου, μέσα στο στόμα μου, αισθάνθηκα ευτυχής. 
  Ξέρετε τη γεύση έχει το σπέρμα ; Είναι έντονη γεύση. Δεν ξέρω να υπάρχει πιο έντονη γεύση απ’ αυτή του σπέρματος.
   Μεθυσμένος πια, έγλειφα όλο το σπέρμα που υπήρχε πάνω στον πούτσο και τ’ αρχίδια• ό,τι είχε τρέξει το ‘γλειψα και το κατάπια. 
   Ο Κρις θα πρέπει να έμεινε άναυδος• δε νομίζω ότι κατάλαβε, ότι μπορούσε να καταλάβει τι ήταν για μένα• θα πρέπει να τον παραξένεψε ο ενθουσιασμός και ο ζήλος με τον οποίο επιτελούσα το έργο μου. Μου ήταν ευγνώμων, και με πολλή τρυφερότητα απ’ αυτή που διαθέτει, με χάιδευε και μου ψιθύριζε: «Μωρό μου, μωρό μου».
   Ακούστε υπάρχει μια ηθική, υπάρχουν στον κόσμο λογικοί άνθρωποι, υπάρχουν γραφεία και τράπεζες, υπάρχουν κρεβάτια, στα κρεβάτια κοιμούνται λογικοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Όλα έγιναν και γίνονται την ίδια στιγμή.
   Κι εγώ ήμουν εκεί, με τον Κρις, πάνω στην άμμο, όπου συναντηθήκαμε σ’ έναν τεράστιο χώρο της Μεγάλης Πόλης, στη Βαβυλώνα, ήμασταν ξαπλωμένοι εκεί κι εκείνος μου χάιδευε τα μαλλιά. Εγκαταλειμμένα παιδιά του κόσμου.
   Κανείς δε με είχε ανάγκη, είχαν περάσει δυο μήνες χωρία κάνεις να μ’ αγγίξει, χωρίς ούτε καν να μου πιάσει το χέρι, και να τώρα που κάποιος με χάιδευε και μου ‘λεγε: «Αγόρι μου, αγόρι μου!»
    Παραλίγο να βάλω τα κλάματα, παρ’ όλο το χιούμορ που διέθετα• ήμουν ένα πλάσμα εξόριστο, διωγμένο Κι κουρασμένο και χρειαζόμουν ακριβώς αυτό, ένα χέρι που να με χαϊδέψει. Τα δάκρυα ανέβηκαν, ανέβηκαν… κι άρχισαν να κυλάνε. 
   Εκείνος ανέδιδε μια μυρωδιά και εγώ έκλαιγα, με το πρόσωπο χωμένο στα μπούτια του, πάνω στα ζεστά του αρχίδια, τις τρίχες και τον πούτσο του. Δεν πιστεύω ότι είμαι ευαίσθητος, αλλά κατάλαβε πως έκλαιγα και με ρώτησε γιατί• μου σήκωσε μα το ζόρι το πρόσωπο και άρχισε να μου σκουπίζει τα δάκρυα με τα δάχτυλά του. Τα χέρια του ήταν δυνατά.
  Πουτάνα ζωή, μας κάνεις αγρίμια. Ήμασταν ενωμένοι εδώ, μες στη βρωμιά, και δεν είχαμε τίποτα το κοινό. Με πήρε στην αγκαλιά του προσπαθώντας να με παρηγορήσει. Έκανε ό,τι ακριβώς ζητούσα εδώ και καιρό, ό,τι είχα πάψει πια να περιμένω.
    Όταν συγκινούμε, οι τρίχες του κορμιού μου σηκώνονται, ίδιες με μικρές καρφίτσε;, εκατοντάδες χιλιάδες καρφιτούλες. Κρυώνω και αρχίζω να τρέμω, Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, ο εαυτός μου δε μου ενέπνεε οίκτο. 
   Είχα περάσει τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του κι εκείνος με κρατούσε σφιγμένο πάνω του. Του είπα: «Με λένε Έντυ. Δεν έχω κανέναν. Θα μ’ αγαπάς; Ναι; Και θα είμαστε πάντα μαζί; Ε;
  […] Κουβεντιάζαμε σιγανά, πάντα σ’ αυτή την παράξενη διάλεκτο. Κάπου, κάπου ξεχνιόμουν και τον άρχιζα στα ρώσικα. Γελούσε γλυκά• του έμαθα μερικές λέξεις. Δεν ήταν απ’ τις καθωσπρέπει λέξεις: πούτσος, έρωτας και άλλες ανάλογες.
   Στη μέση της κουβέντας τον πόθησα και του παραδόθηκα. Έβγαλα το παντελόνι μου, ήθελα να με γαμήσει. Όσο για το σλιπ, του ζήτησα να μου το κατεβάσει αυτός, ήθελα να μου το κατεβάσει• υπάκουα, μου κατέβασε το κόκκινο σλιπ. Το πήρα και το πέταξα μακριά.
  Εκείνη τη στιγμή ήμουν στ’ αλήθεια γυναίκα, όλο καμώματα, απαιτητική και ασφαλώς ελκυστική γιατί θυμάμαι πως κουνούσα τον πισινό μου ενώ τα χέρια μου βυθίζονταν βαθιά στην άμμο.
    Ο πισινός μου είναι όλο μυς• ακόμη και η Ελένη τον ζήλευε. Έκανε ό,τι έκανα εγώ τώρα: έσκυβε λίγο μπροστά και η γύμνια, η λευκότητα και η απαλότητά της μου χάριζαν μεγάλη ηδονή. Νομίζω ότι επρόκειτο ήδη για καθαρά γυναικείες sensations. «Γάμησέ με, γάμησέ με !» του ψιθύρισα.
  Ο Κρις ανάπνεε με δυσκολία. Νομίζω ότι τον είχα φτάσει στο αποκορύφωμα της ηδονής. Δεν ξέρω τι έκανε, ίσως να έβαλε σάλιο στον πούτσο του• σιγά σιγά όμως μπήκε μέσα μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτή την αίσθηση πληρότητας που ένιωσα. Αν ήταν οδυνηρή; Από τότε που ήμουν παιδί μου άρεσαν οι έντονες αισθήσεις.
    Πριν από τις γυναίκες, όταν αυνανιζόμουν στην εφηβεία μου, χρησιμοποιούσα μια μέθοδο δικής μου επινόησης: έχωνα στον πισινό μου κάθε είδους αντικείμενο, από μολύβι ως κερί. Καμιά φορά τα αντικείμενα ήταν ευμεγέθη και ο διπλός αυνανισμός απ’ τον πούτσο κι απ’ τον πισινό ήταν, θυμάμαι, πολύ ζωώδης, πολύ έντονος και δυνατός. 
   Γι’ αυτό δε φοβήθηκα όταν μου έχωσε τον πούτσο του και δεν πόνεσα σχεδόν καθόλου, ούτε καν στην αρχή. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο πισινός μου ήταν από καιρό συνηθισμένος. Αυτή όμως η μυθική αίσθηση πληρότητας ήταν κάτι το πρωτόγονο.
   Μπήκε μέσα μου και άρχισα να αναστενάζω. Έμπαινε χαϊδεύοντάς μου τον πούτσο με το ένα χέρι• εγώ αναστέναζα, τεντωνόμουν ηδονικά κι αναστέναζα ολοένα πιο πολύ, ολοένα πιο γλυκά. 
   Στο τέλος μου είπε: Πιο σιγά, μωρό μου, θα μας ακούσουν!» Του απάντησα πως δε φοβόμουν τίποτα αλλά, για να τον ευχαριστήσω, αναστέναζα πιο σιγά.
   Εκείνη την ώρα φερόμουν όπως ακριβώς φερόταν η γυναίκα μου όταν την πηδούσα. Το συνειδητοποίησα και σκέφτηκα: «Να τι είναι αυτή! Να τι είναι όλες τους!»• ανατρίχιασα από χαρά. 
   Στον τελευταίο μας σπασμό κυλιστήκαμε στην άμμο, ο οργασμός με βρήκε πάνω στην άμμο κι αισθάνθηκα ένα έντονο κάψιμο μέσα μου. Είχε χύσει. Ο πούτσος μου είχε χωθεί μες στην άμμο και τα τσιμπήματα από τους κόκκους της άμμου ήταν τόσο ευχάριστα που κάβλωσα σχεδόν αμέσως και πάλι.
  Ντυθήκαμε και καθίσαμε όσο πιο άνετα μπορούσαμε για να κοιμηθούμε. Ξαναπήρε τη θέση του στον τοίχο, εγώ κάθισα δίπλα του, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος του, και πέρασα τα χέρια μου γύρω απ’ το λαιμό του: μ’ αρέσει πολύ αυτή η στάση. Μ’ έσφιξε πάνω του και έτσι μας πήρε ο ύπνος.
Έντουαρντ Λιμόνοφ (Édouard Limonov)
Κάτι παρόμοιο στο blog :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.