Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Η μυρωδιά στο δέρμα

     Έπρεπε για λίγο να αφήσω τη θαλπωρή του σπιτιού μου και να βγω στον παγωμένο αέρα. Μύριζε η ατμόσφαιρα καπνό. Καμένο ξύλο. Μυρωδιά από παιδικά χρόνια. Άσπρο το τοπίο απ' το πολύ χιόνι και η καμινάδα της στόφας στην αυλή του σπιτιού, έτοιμη να εκραγεί.
   Τίποτα άλλο δεν μύριζε. Ούτε το χώμα, ούτε τα απογυμνωμένα δέντρα, τίποτα. Μόνο η μυρωδιά του καμένου ξύλου. Έχει μνήμη η οσμή. Ακριβέστατη.
   Μια κολόνια να μυρίσεις στον βιαστικό περαστικό κι έρχεται η εικόνα να αναστατώσει κι άλλες αισθήσεις. Ακόμη κι εκείνο το μούδιασμα θα νοιώσεις κοντά στους λαγόνες. Θα φέρεις πρόσωπο, μάτια, ίσως κάποια γένια λίγων ημερών ή ένα απαλό δέρμα, εξαρτάται τι επιλογή έκανε η μνήμη.. 
   Θα θέλεις να το αγγίξεις ξανά, να φουντώσεις από αίσθηση για κάτι που η λήθη στο πήρε μακριά. Σκηνές ερωτικές, παθιασμένες, η προετοιμασία πριν από μια έξοδο, μια πετσέτα που χρησιμοποιήθηκε σε άλλο πρόσωπο, ένα πουκάμισο που ετοιμάζεσαι να πλύνεις με περισσή φροντίδα γιατί είναι πολύτιμο και όχι σαν ύφασμα.
   Ένα λουλούδι που σου προσφέρθηκε με αβρότητα, με αγνές -στην αρχή- προθέσεις. Θα το μυρίσεις σε ένα ανθοπωλείο, σε κάποια γωνιά στο κέντρο της πόλης και θα σκάσει πάλι μύτη ένα χέρι να στο απλώνει ή να στο κρύβει επιμελώς για να παρατείνει τη γλυκιά αγωνία σου. Το χτυποκάρδι σου. Να το κρατάς ζωντανό σ' ένα ποτήρι. Είναι το πιο γρήγορο που θα βρεις μπροστά σου, μη τυχόν και σου μαραθεί, έστω και λίγο. 
   Με λύπη θα το πετάξεις όταν τα πέταλά του γίνουν χαλί στο τραπέζι, μα έχεις πάρει τη μυρωδιά του. Το μεταξένιο «δέρμα» του. Και έχει μείνει εκεί. Στην πίσω πλευρά του εγκεφάλου. Ώσπου κάποιο αεράκι να σου πετάξει τη μυρωδιά του στη μούρη απροειδοποίητα. Μέχρι και το χρώμα θα θυμηθείς. Μπορεί και τα πόσα κομμάτια του, σε έκαναν κομμάτια.
   Ένα χαμένο πρόσωπο. Που η ζωή σου το στέρησε, που δεν το ήθελε σε αυτή τη διάσταση. Τη σφικτή αγκαλιά του θα θυμηθείς αν τα ρουθούνια σου είναι σε υπερδιέγερση. Τα ακροδάχτυλα να σ' ακουμπούν για να πάρουν δύναμη. Κι είναι βρεγμένα απ' τα δάκρυα που σκούπιζε άτσαλα σε μια αναποδιά. 
  Η μυρωδιά των μαλλιών του. Ο λαιμός. Το σπάσιμο στη φωνή, ο λυγμός και μετά το χαμόγελο ευγνωμοσύνης. Κι αυτόματα, το φρέσκο χώμα να σκεπάζει αυτό που αγαπάς. Να σου σπάει τη μύτη αυτή η μυρωδιά. Και να δακρύζεις… μετά τόσα χρόνια, ενώ είναι σαν να κλαίγατε παρέα.
  Έχεις φυλάξει ποτέ ροδοπέταλο μέσα στις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου; Πώς να περιγράψω αυτή τη μυρωδιά; Αδυνατώ. Πλημμύρα συναισθημάτων. Κλείνεις τα μάτια, μυρίζεις αυτό το παράξενο συνονθύλευμα - ό,τι έχει απομείνει. Και να μην έχει μείνει, ο εγκέφαλος θα σου το φέρει. 
  Εκεί, να μείνεις με τα μάτια κλειστά ώρες ολόκληρες. Μπορεί και να ανατριχιάσεις γιατί αισθάνθηκες ότι «κάτι» σε άγγιξε, σε ακούμπησε απαλά. Σαν αεράκι ανοιξιάτικο.
  Είναι πρωτόγονη η αίσθηση της μυρωδιάς. Όταν την παίρνουμε μέσα μας, είμαστε υποχείριό της. Είναι ικανή να σε κάνει να ερωτευτείς ίσως και κάτι που δεν σου ταιριάζει. Εκεί είναι η δύναμή της. Ή και το αντίθετο. Να απορρίψεις.
  Η μυρωδιά απ' το δέρμα. Ανυπέρβλητη. Εκεί δεν μπορείς να κάνεις συγκρίσεις. Δεν μπορείς να ανακαλέσεις μνήμες. Είναι μοναδική. Κι αν σου ταιριάξει, είναι το απόλυτο.
   Μόνο η βρώμα έχει παρόμοιες «συγγένειες». Τοξικές. Σώματα, αδύνατα, χοντρά, δέρματα απαλά, τραχιά, χέρια μεταξένια και δάχτυλα γεμάτα σκλήθρες. Όλα έχουν έναν κοινό παρονομαστή. Τη μυρωδιά.
   Αν σέβονται τον εαυτό τους ξεχωρίζουν, διαπρέπουν σε άλλα σώματα, σε άλλες αγκαλιές. Αν όχι, μπαίνουν στη σωρό των πολλών. Δεν τα θυμάσαι καν. Γίνεται αυτόματη διαγραφή. Ο νους κρατά τις όμορφες αισθήσεις, αν θέλει να εξελιχθεί.
Άννα Κουρουπού / Πρωταγωνιστές

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.