Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Κρέας με μελιτζάνες, μια μοναδική γευστική ανάμνηση...

   Η γιαγιά μου και ο παππούς μου, από την πλευρά του πατέρα μου, ήταν και οι δυο καπνεργάτες που, μετά τον Εμφύλιο, χάσανε τις δουλειές τους και επιβίωσαν δουλεύοντας ευκαιριακά σε μια Ελλάδα που άλλαζε όχι προς την κατεύθυνση που αυτοί είχαν κάποτε ονειρευτεί. 
   Θα περίμενε ίσως κανείς ότι τόσο αυτό όσο και οι κακουχίες που περάσανε θα τους μετέτρεπαν σε «πιεστικούς» παππούδες, εννοώντας αυτούς τους για δεύτερη φορά γονείς που μπουκώνουν τα εγγόνια τους με φαγητό για να αποφύγουν την πιθανότητα του να μείνουν νηστικά. Ευτυχώς, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ασπάστηκαν αυτή τη φιλοσοφία.
    Τη μαγειρική και των δυο τους αρχίζω να τη θυμάμαι από τότε που έγινα περίπου 5, τόσο από τα αυγουστιάτικα δεκαπενθήμερα που περνούσαμε μαζί τους και άνευ των γονιών μας εγώ και ο αδελφός μου ο Γιώργος στην Κοζάνη, όσο και από τα κυριακάτικα μεσημέρια που τρώγαμε μαζί στη Θεσσαλονίκη, όπου ξεχειμωνιάζανε.
   Στης γιαγιάς της Στέλλας, τα μακαρόνια (χοντρά, πάντα) τσιγαριζόταν σε μπόλικο φρέσκο βούτυρο πριν σερβιριστούν με επίσης διπλοτσιγαρισμένο κιμά ή χοντροτριμμένο κεφαλοτύρι, που τότε ακόμη του επέτρεπαν να ωριμάσει και να «τραβήξει» πριν βγει προς πώληση. 
    Οι αυγόφετες με βάση το ψωμί βουτηγμένο σε αυγό χτυπημένο με γάλα σιγοτηγανιζόταν στο βούτυρο και σερβιριζόταν με ζάχαρη και κανέλα στη γλυκιά τους εκδοχή ή με τουλουμίσιο τυρί στην αλμυρή τους, ενώ το ρεβανί απορροφούσε λαίμαργα το καυτό σιρόπι και χάιδευε τη γλώσσα σε κάθε μπουκιά.
    Οι πίτες, με προσωπική μου αγαπημένη την κρεμμυδόπιτα, με ξερά και φρέσκα κρεμμύδια, γάλα και δυόσμο, λαδωνόταν ευλαβικά και επανειλημμένα φύλλο-φύλλο με φυτίνη και τα κεφτεδάκια με πατάτες στο φούρνο, σου δίνανε πάντα την ευκαιρία, φανερά ή κρυφά, να βουτήξεις και να παπαριάσεις το ψωμί σου στο ζουμί του ταψιού, μιας που η τσιγγουνιά στο λάδι ήταν κάτι το αδιανόητο.
  Κι εγώ και ο αδερφός μου μεγαλώσαμε, ευτυχώς, χωρίς «δεύτερο φαγητό» στο σπίτι. Αν δε μας άρεσε αυτό που είχε μαγειρευτεί μπορούσαμε χωρίς φωνές, απειλές ή παρακάλια να μείνουμε νηστικοί ή να ξεγελάσουμε την πείνα μας με μία φέτα ψωμί. 
  Καθώς όμως η πείνα έτεινε να επιμένει, μάθαμε να δοκιμάζουμε και εν τέλει να συμπαθήσουμε – αργότερα να αγαπήσουμε – και τα πιο «μεγαλίστικα» φαγητά. Ο ίδιος κανόνας ίσχυε και στη γιαγιά τη Στέλλα. Εξαίρεση μόνο αποτελούσε η περίπτωση ενός φαγητού που προετοιμαζόταν από τον άντρα του σπιτιού, τον παππού μου τον Μπήτια, όταν έφτιαχνε μοσχαράκι με μελιτζάνες στο φούρνο. Τότε, ο παππούς έκοβε συνωμοτικά μαζί με τις μελιτζάνες και δύο-τρεις πατάτες στον ταβά, «για τα παιδιά». Κι έτσι, όλων τα πιάτα αλλά και τα στομάχια γέμιζαν.
   Μας πήρε αρκετά χρόνια, τόσο εμένα όσο και τον Γιώργο, να καταλάβουμε πόσο κορόιδα ήμασταν τότε και να εξελιχθούμε σε φανατικούς υπέρμαχους της μελιτζάνας σε όλες τις «μορφές» της. 
   Προσωπικά, μου πήρε άλλα τόσα χρόνια να προσπαθήσω προχθές, βασιζόμενη τόσο στο ένστικτο όσο και τη γευστική μνήμη, διστακτικά, για πρώτη φορά, και να πετύχω από όσα μου επιβεβαίωσε ο εγκέφαλός μου στην πρώτη μπουκιά, το φαγητό που κάποτε προτιμούσα με πατάτες.
   Δεν έχω ιδέα αν ο τρόπος παρασκευής προσομοιάζει έστω και στο ελάχιστο εκείνον του παλιού καπνεργάτη και ερασιτέχνη λαϊκού ζωγράφου στις ελεύθερές του ώρες παππού μου, αλλά η γεύση μού φάνηκε κοντινή στην πρωτότυπη.
   Το κρέας ζουμερό και «γεμάτο», οι μελιτζάνες μελωμένες και δυνατές, το ζουμάκι γλυκό και δεμένο. Ελπίζω μόνο να μου συγχωρέσει τα καραμελωμένα σε μαύρη ζάχαρη κρεμμύδια που πρόσθεσα στη γάστρα πριν τη βάλω στο φούρνο, αλλάζοντας έτσι τη συνταγή του. Ως αντάλλαγμα, θα παραδεχτώ ότι δεν μπόρεσα να κρατήσω τις μελιτζάνες τόσο λευκές όσο εκείνος.
Λίνα Ι. Βανίδη / Πρωταγωνιστές
Κάτι παρόμοιο στο blog :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.