Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

«Οι Απέναντι» : Αποξένωση και έρωτας στη καλοκαιρινή Αθήνα του ’80 !

Οι απέναντι (1981)
Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος
Σενάριο: Πέτρος Τατσόπουλος, Φίλιππος Δρακονταειδής, 
Γιώργος Πανουσόπουλος
Μουσική: Σταύρος Λογαρίδης
Διάρκεια: 121 λεπτά
  Η ταινία «Οι απέναντι» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αισθηματική ωστόσο άνετα  κατατάσσεται στις κοινωνικές ταινίες όχι με το "πολιτικό" ίσως χρώμα που θα μπορούσε να έχει το άκουσμα της λέξης, αλλά μιας ταινίας-ηθογραφίας της Αθήνας (και κατ' επέκτασιν της Ελλάδας) των αρχών της δεκαετίας του '80. 
  Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Γιώργου Πανουσόπουλου, μετά το "Ταξίδι του μέλιτος" (1978).
Η υπόθεση 
  Ένας έξυπνος αλλά περιθωριοποιημένος νεαρός άντρας γύρω στα είκοσι, ο Χάρης Χούμης (ή αλλιώς "φάντασμα" - Άρης Ρέτσος), ζει σε ένα από τα απρόσωπα διαμερίσματα της Αθήνας.
    Θέλει να σπουδάσει αστρονομία και περνάει τον περισσότερο καιρό παρατηρώντας το γύρω περιβάλλον με ένα τηλεσκόπιο. 
  Βγάζει το χαρτζιλίκι του βοηθώντας μια συμμορία διαρρηκτών με αρχηγό τον Αρτέμη ("Αχτένιστο" - Δημήτρης Πουλικάκος). 
   Αυτά τη νύχτα, διότι τη μέρα έχει το χόμπι να "χτενίζει" την γύρω από το σπίτι του (μένει με τη γριά μάνα του Αρετή - Ντόρα Βολανάκη) περιοχή ερευνώντας για γυναίκες...
   Μεγάλο μέρος της ταινίας καταναλώνεται στο να περιγράψει τον ξενόφερτο τρόπο ζωής της Ελληνικής νεολαίας και τα καταναλωτικά δυτικότροπα πρότυπα που σταδιακά υιοθετούνται. 
   Fast-food, κόκα-κόλα, κόντρες στην παραλιακή, ηλεκτρονικά, bowling, drive-in, καταθλιπτικά αστικά διαμερίσματα και αχανείς λεωφόροι, αμφισβήτηση και εναντίωση είναι οι άξονες που συνθέτουν το λίγο-πολύ γνωστό κοινωνικό πλαίσιο των αρχών του '80. 
   Μια νεολαία που αναζητά απεγνωσμένα την δράση και την επαφή (σαρκική και μη).Μέσα σε αυτό το πλέγμα υπάρχει το κύριο θέμα που αναπτύσσεται, ένας κρυφός και ανομολόγητος έρωτας του Χάρη για την γειτόνισσά του (Στέλλα Βελή - Μπέτυ Λιβανού) και αυτόν είναι που θα παρακολουθήσουμε μέχρι το τέλος της ταινίας.
    Η Στέλλα μένει  στην άλλη μεριά της μεγάλης λεωφόρου με τον άντρα της και την κόρη της. Ο νεαρός άντρας, ο Χάρης, την παρακολουθεί με το τηλεσκόπιο μια εβδομάδα. Βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη ζωή της. Πριν τελειώσει η εβδομάδα είναι ερωτευμένος μαζί της.
   Το μόνο σημείο επαφής τους είναι το τηλέφωνο. Μια μέρα η Στέλλα αποφασίζει να ενδώσει στο επίμονο κάλεσμα του Χάρη. Την Κυριακή το μεσημέρι του προσφέρει τον εαυτό της, χωρίς φόβο ή ντροπή. Πριν τελειώσει η μέρα, αυτή η τρελή, αταίριαστη αγάπη ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Τι πιθανότητες έχει η αγάπη σ'αυτή την πόλη;
Δίπλα στο κύριο θέμα, ωστόσο συνυπάρχουν και μικρές παράλληλες ιστορίες που εκτυλίσσονται παράλληλα. Έτσι έχουμε: 
1) την ιστορία του "Σου" (Σπύρος Μπιμπίλας) που ακροβατεί ανάμεσα στη φιλία του για τον Χάρη και τις ομοφυλικές του τάσεις. 
2) Την οικογένεια της Στέλλας, ο σύζυγος (Γιώργος Σίσκος) που απλά συνυπάρχει μαζί της και η κόρη (Σοφία Αλιμπέρτη) που διέρχεται την εφηβεία και όλα τα συνακόλουθα που την χαρακτηρίζουν. 
3) Η τρίτη ηλικία (που εκφράζεται κυρίως με τη μητέρα του Χάρη) και που δεν μπορεί να προσαρμοστεί και παρακολουθεί έντρομη τις αλλαγές της κοινωνίας.
Μικρά-μικρά της ταινίας. 
1) Οι (αθάνατες) εκπομπές των πειρατικών ραδιοφωνικών σταθμών 
2) Ο Γιώργος Σίσκος που ενώ υποτίθεται κρατά βασικό ρόλο δεν μιλάει ούτε μια φορά στο έργο. 

3) Η σκηνή στο σωματείο "Πόντος" που δείχνει να χορεύουν ποντιακά, ωστόσο δεν κατάλαβα που έδενε με την υπόλοιπη ταινία
 4) Το γνωστό άσμα "Η μάνα η Τούρκα" του Αγγελόπουλου που ακούγεται (στο Μοναστηράκι;) και ενώ ο Χάρης ψάχνει υλικό για να κάνει upgrading το τηλεσκόπιό του... 
5) Το "For ever young" από τον Bob Dylan και το πειρατικό ραδιόφωνο... 
Η άποψη του σκηνοθέτη για την ταινία. 
"Ήταν ένα ανέκδοτο, μια αφήγηση που κράταγε δύο λεπτά. Κάποιος έπαιρνε μάτι απέναντι διαμέρισμα, όπου έμεναν μάνα και κόρη, κι όλοι νόμιζαν ότι τον ενδιαφέρει η κόρη, όμως εκείνος το έκανε για τη μάνα. 
[Η επιτυχία της οφειλόταν] Λόγω των μηχανών που υπήρχαν σ' αυτή (ήταν μόδα τότε οι καμικάζι), λόγω του πρωτοεμφανιζόμενου Άρη Ρέτσου, πάντως ποτέ άλλοτε δεν είδα σειρές από μοτοσικλέτες έξω απ' το Αττικόν. 
Ωστόσο οι πιο αυθεντικοί απ' αυτούς (τους καμικάζι ), όταν τους ρώταγα πώς σας φάνηκε η ταινία, μου λέγανε : "Μέχρι τη μέση μάπα. Μετά στρώνει". Και όμως το πρώτο μέρος ήταν αυτό με τις μοτοσικλέτες και τη δράση. Το δεύτερο ήταν το ερωτικό, το τρυφερό. Αντίθετα, στα "καλά παιδιά" άρεσε το πρώτο μέρος. Αυτοί που λέγαμε ότι δεν ξέρουν, είχαν το πιο σωστό ένστικτο. 
(αποσπάσματα από δηλώσεις του σκηνοθέτη, στον κατάλογο εκδήλωσης που διοργανώθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβρη του 1991, από τον Δήμο Θεσσαλονίκης και το περιοδικό Εξώστης. Επίσης από δηλώσεις του στον τύπο). 
Μια άποψη για την ταινία
  «Αυτό είναι ένα ζευγάρι αστέρες που φαίνεται ότι ταξιδεύουν μαζί, αλλά στην πραγματικότητα απέχουν πάρα πολλά χιλιόμετρα μεταξύ τους. Και αυτοί δεν θα συναντηθούν ποτέ...»
  Το καλοκαίρι οι αποστάσεις εκμηδενίζονται. Ίσως φταίνε τα ανοιχτά παράθυρα που επιβάλλουν με το ζόρι την αδιακρισία. Αυτή η αίσθηση πως ό,τι σε χωρίζει από τον άλλον είναι μόνο μια διαδοχή από διαμερίσματα και οι ρεμιξαρισμένοι ήχοι μιας πόλης που δεν μπορεί να κοιμηθεί και γι' αυτό μένει ξύπνια, ξοδεύοντας όλη της την ενέργεια σε μικρές ή μεγάλες διαδρομές μιας ανώφελης αναζήτησης.
  Ο Χάρης δεν είναι τυχαία γνωστός σαν το «Φάντασμα». Απόμακρος παρατηρητής μιας αστικής εποποιίας που αποτελείται από πολύβουες λεωφόρους, βόλτες στα φλιπεράκια, αμερικάνικα τραγούδια από πειρατικούς ραδιοσταθμούς και κόντρες με τις μηχανές, ζει στο περιθώριο του αθηναϊκού καλοκαιριού των αρχών της δεκαετίας του '80 και μοιάζει να μην ανήκει πουθενά.
  Κλεισμένος μέσα στο δωμάτιο του, αρνείται το φως του ήλιου «γιατί τον ενοχλεί» και με το τηλεσκόπιό του παρατηρεί τις νύχτες τα αστέρια και τις μέρες τη Στέλλα στο απέναντι διαμέρισμα.
 Και εκμηδενίζοντας την (πραγματική και την πλασματική) απόσταση που τους χωρίζει, την ερωτεύεται.
  Μια ερωτική ταινία είναι οι «Απέναντι».Με τον ίδιο τρόπο που είναι ερωτική μια πόλη το καλοκαίρι, όταν μένεις με το σορτσάκι για να μην ζεσταίνεσαι και δίπλα σου κάποιος κάνει μπάνιο μέσα στο μεσημέρι. 
   Με τον ίδιο τρόπο που μια γυναίκα μαζεύει τα ρούχα από την ταράτσα, σταματώντας για μια ανεπαίσθητη στιγμή ικανή να κλείσει μέσα της όλα όσα δεν τόλμησε ποτέ να επιθυμήσει. Με τον ίδιο τρόπο που μια συνάντηση με έναν άγνωστο μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη περιπέτεια που (δεν) έζησες ποτέ.
   Κινηματογραφώντας νωχελικά την αποκαλυπτική ενηλικίωση ενός ήρωα που μέσα σε ένα καλοκαίρι θα αναγκαστεί να βγει από την ασφάλεια της σκοτεινής του εμμονής και να δει για πρώτη φορά με γυμνό μάτι τη ζωή, ο Γιώργος Πανουσόπουλος κλείνει μέσα στους «Απέναντι» όλες εκείνες τις τυχαίες στιγμές που χάνονται όταν δεν είσαι εκεί για να τις δεις.
   Σε ένα κινηματογραφικό παιχνίδι που εκμηδενίζει σχεδόν βιωματικά την απόσταση ανάμεσα στην ηδονοβλεψία και τη νομοτελειακή ακύρωσή της: ακριβώς στο σημείο που ο Χάρης και η Στέλλα θα βρεθούν μαζί, πριν χωρίσουν για πάντα.
Δύο άγνωστοι, πάλι, κάτοικοι μιας πόλης που κανείς δεν πρόσεξε πως ήρθαν τόσο κοντά μια ζεστή ημέρα ενός καλοκαιριού, 
Μια δεύτερη άποψη για την ταινία
   Με αφορμή την ιστορία ενός νεαρού, περιθωριακού φοιτητή που παρακολουθεί κρυφά μ’ ένα τηλεσκόπιο τη ζωή της ώριμης παντρεμένης γειτόνισσάς του, ο Πανουσόπουλος κάνει μια βαθιά κινηματογραφική τομή, καθιστώντας εμάς τους θεατές, ηδονοβλεψίες της ελληνικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’80.
   Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες φαινομενικά βρίσκονται στα δύο άκρα, “απέναντι”. Από τη μία ο νεαρός Χάρης εγκλωβισμένος στη νύχτα και στην παρανομία, ένα “φάντασμα” όπως τον αποκαλούν και οι φίλοι του, περιφέρει το σώμα του δεξιά κι αριστερά ανάμεσα στα μπιλιαρδάδικα και την παραλιακή λεωφόρο, επιδιώκοντας να ζήσει τη μεγάλη συγκίνηση. 
   Από την άλλη η ώριμη και όμορφη Στέλλα ζει σ’ ένα τακτοποιημένο αστικό περιβάλλον φροντίζοντας για όλους και για όλα εκτός από τον εαυτό της.
   Και οι δύο τους χαμένες ψυχές που αναζητούν τον τρόπο να γεμίσουν όχι το χρόνο τους αλλά το ψυχικό τους κενό.
    Το τηλεσκόπιο του Χάρη, το μέσο που θα τους φέρει πιο κοντά, που θα εκμηδενίσει την απόσταση και που θα δώσει έστω και μια αμυδρή πιθανότητα ύπαρξης σ’ αυτήν την αταίριαστη αγάπη.
   Ο Πανουσόπουλος, στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αποδεικνύεται μέγας μάστορας της σκηνοθεσίας. Τοποθετώντας την κάμερα ηθελημένα στο παρασκήνιο, κρυμμένη πίσω από αντικείμενα αλλά και ανθρώπινες φιγούρες, κινηματογραφεί την Ελλάδα του ’80. 
   Την Ελλάδα της βολεμένης αστικής τάξης και της νέας γενιάς που βιώνει μια ξενόφερτη “επαναστατικότητα” καβαλώντας μηχανές, ακούγοντας ροκ και πίνοντας κόκα κόλα, της γενιάς που ασφυκτιά στα καταθλιπτικά διαμερίσματα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων και αναζητά λίγο αέρα στις αχανείς λεωφόρους, της γενιάς που αποζητά τη δράση αγνοώντας την αντίδραση, της γενιάς που αποζητά την επαφή (σαρκική ή μη) με όλο της το είναι.
    Ένα δημιούργημα ρεαλιστικό και μοντέρνο, ορόσημο μιας ολόκληρης γενιάς και της επανάστασης που ποτέ αυτή δεν έκανε.
RetroDB
flix.gr
cinevertigo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.