Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Ο γέρος και η θάλασσα

     Δεν ξέρω, σκέφτηκε ο γέρος. Κάθε φορά ένιωθε να σβήνει. Δεν ξέρω. Ας ξαναπροσπαθήσω μια φορά.
Ξαναπροσπάθησε, λοιπόν, κι όταν τούμπαρε το ψάρι, ένιωσε να χάνει τον κόσμο. Το ψάρι ορθώθηκε ξανά και απομακρύνθηκε πάλι, με τη μεγάλη ουρά του να αναδεύεται στον αέρα.
    Θα ξαναπροσπαθήσω, ορκίστηκε ο γέρος, μόλο που τα χέρια του είχαν νερουλιάσει πια κι έβλεπε με διαλείψεις. 
Ξαναπροσπάθησε, και πάλι τα ίδια. Ώστε έτσι, σκέφτηκε, κι ένωσε να σβήνει πριν ακόμα ξαναρχίσει. Θα ξαναπροσπαθήσω. 
    Μάζεψε όλο του τον πόνο, ό,τι είχε μείνει από τη δύναμή του, απ' τη χαμένη περηφάνια του, και τα 'ριξε όλα στη μάχη του με την αγωνία του ψαριού, και το ψάρι μπατάρισε στο ένα πλευρό του κι έτσι συνέχισε να κολυμπάει ήρεμα, κι ενώ η σπάθα του άγγιζε σχεδόν το πέτσωμα της βάρκας, προσπέρασε, μακρύ, βαθύ, φαρδύ, ασημένιο με ραβδώσεις πορφυρές, ατελείωτο.
    Ο γέρος άφησε την πετονιά, την πάτησε με το πόδι του, σήκωσε το καμάκι όσο πιο ψηλά μπορούσε και, μ' όλη του τη δύναμη, βάζοντας κι όση μπόρεσε να μαζέψει τελευταία στιγμή, το 'μπηξε στο πλευρό του ψαριού, πίσω απ' το τεράστιο θωρακικό φτερούγι, που ήταν όρθιο στον αέρα και του 'φτανε του γέρου στο στήθος. Ο γέρος ένιωσε το σίδερο να μπήγεται κι έπεσε πάνω του, το 'χωσε πιο βαθιά κι ύστερα το 'σπρωξε μ' όλο του το βάρος.
     Και τότε, έχοντας μέσα του το θάνατο, το ψάρι ζωντάνεψε και βγήκε όλο έξω απ' το νερό, δείχνοντας όλο του το μεγαλείο, την αντρειοσύνη και την ομορφιά του. Έμοιαζε σαν μετέωρο στον αέρα πάνω απ' το γέρο και τη βάρκα. Ύστερα έπεσε στο νερό με πάταγο. Ο γέρος έγινε μούσκεμα και η βάρκα γέμισε νερά. 
     Του γέρου του 'ρθε λιγοθυμιά κι αναγούλα κι ούτε που έβλεπε καλά. Κι ωστόσο, ξέμπλεξε το σκοινί του καμακιού και τ' άφησε σιγά σιγά να γλιστρήσει από τα ροζιασμένα χέρια του. Όταν τα μάτια του καθάρισαν, είδε πως το ψάρι ήταν ανάσκελα. Φαινόταν η ασημένια του κοιλιά. Το κοντάρι του καμακιού έβγαινε λοξά απ' τη σπάλα του ψαριού κι η θάλασσα είχε βαφτεί κόκκινη απ' το αίμα της καρδιάς του. Στην αρχή έβγαινε σκούρο και φαινόταν σαν ένας μπάγκος μες στα γαλανά νερά, που θα 'χαν πάνω από ένα μίλι βάθος. Ύστερα απλώθηκε σαν σύννεφο. Το ψάρι, ασημένιο και ασάλευτο, λικνιζόταν με το κύμα.
   Τις στιγμές που ξανάβρισκε το φως του, ο γέρος κοίταζε προσεχτικά. Έφερε δυο βόλτες το σκοινί του καμακιού στον παπά της πλώρης κι έχωσε το κεφάλι του στα χέρια του. 
"Να ξελαμπικάρει το μυαλό μου...", είπε, ακουμπώντας στην κουβέρτα της πλώρης. "Είμαι ένας κουρασμένος γέρος. Σκότωσα όμως τούτο δω το ψάρι που είναι αδέλφι μου και τώρα μου 'χει μείνει η χοντροδουλειά."
[...]
    Λίγο νερό είχε μείνει στην μποτίλια, κι ο γέρος ήπιε μια γουλίτσα όταν έφαγε τις γαρίδες. Η βάρκα πήγαινε καλά, αν σκεφτείς τι βάρος έσερνε, κι ο γέρος κράταγε τη λαγουδέρα κάτω απ' το χέρι του. Το ψάρι ήταν εκεί μπροστά του, το 'βλεπε και δεν είχε παρά μια ματιά να ρίξει στα χέρια του, δεν είχε παρά ν' ακουμπήσει τη βασανισμένη ράχη του στην κουπαστή, για να σιγουρευτεί ότι πως όλα αυτά έγιναν στ' αλήθεια και δεν τα 'δε στον ύπνο του. 
   Κάποια στιγμή, εκεί κοντά στο τέλος, που είχε τα χάλια του, του 'χε περάσει απ' το μυαλό μπας κι όλα ήταν όνειρο. Και μετά, όταν είδε το ψάρι να βγαίνει όλο απ' το νερό και να στέκεται μετέωρο στον ουρανό πριν ξαναπέσει, ήταν σίγουρος πως κάτι μεγαλειώδες κι ανεξήγητο ήταν μπροστά του, κάτι που δεν το πιστεύεις εύκολα. Τότε βέβαια δεν έβλεπε και τόσο καλά, ενώ τώρα η όρασή του ήταν καλή, όπως πάντα.
   Τώρα ήξερε πως το ψάρι υπήρχε, πως τα χέρια του κι η ράχη του δεν ήταν όνειρο. Τα χέρια θα γιάνουν γρήγορα, σκέφτηκε. Τα καθάρισα ολότελα απ' το αίμα και τ' αλμυρό νερό θα τα γιατρέψει. Δεν υπάρχει καλύτερο γιατρικό απ' το σκούρο νερό του Κόλπου. Αυτό που θέλω είναι να 'χω το μυαλό ξεκάθαρο. Τα χέρια τη δουλειά τους την κάνανε. Αρμενίζουμε καλά, σαν αδελφάκια, εγώ κι αυτός, με το κλειστό στόμα και την ουρά κάγκελο. Πάλι όμως το μυαλό του πήρε να θολώνει κι αναρωτήθηκε: ποιος κουμαντάρει τώρα, αυτός ή εγώ; Αν τον έσερνα πίσω μου, δεν ήθελε ρώτημα. Ούτε αν τον είχα μέσα στη βάρκα κι ήταν για να τον κλαις. Τώρα όμως πήγαιναν παρέα, δίπλα δίπλα, κι ο γέρος είπε: "Αφού του αρέσει άφησέ τον να σε κουμαντάρει αυτός". Μόνο στην μπαμπεσιά του ρίχνω, σκέφτηκε. Αυτός δεν ήθελε το κακό μου.
   Καλά αρμενίζανε, λοιπόν, κι ο γέρος μούλιαζε τα χέρια του στ' αλμυρό νερό και προσπαθούσε να 'χει το μυαλό ξεκάθαρο. Ψηλά στον ουρανό είχε τους σωρείτες, κι ακόμα πιο ψηλά τα αχνά, θυσανωτά σύννεφα. Ωραία, λοιπόν, ο μπάτης θα κρατούσε όλη νύχτα. Ο γέρος δεν έπαιρνε τα μάτια του απ' το ψάρι, θαρρείς για να σιγουρευτεί πως είναι αληθινό. Όλα αυτά, καμιά ώρα πριν χτυπήσει το πρώτο σκυλόψαρο.
   Το σκυλόψαρο δε βρέθηκε τυχαία εκεί. Είχε έρθει απ' τα πολύ βαθιά, καθώς το σκοτεινό σύννεφο του αίματος απλωνόταν στην απύθμενη θάλασσαα. Ανέβηκε τόσο γρήγορα και με τόση φούρια, που έσκισε την επιφάνεια του γαλάζιου νερού και βγήκε στον ήλιο. Ύστερα ξαναβούτηξε στη θάλασσα, πήρε τη μυρουδιά κι άρχισε να κολυμπάει στη ρότα που είχαν πάρει η βάρκα και το ψάρι. 
   Κάπου κάπου έχανε τη μυρουδιά. Την ξανάβρισκε, όμως ή έβρισκε ένα χνάρι της και την έπαιρνε ξανά από πίσω, κολυμπώντας φρενιασμένα. Ήταν ένα πολύ μεγάλο σκυλόψαρο, ένα Μάκο, φτιαγμένο να πηγαίνει το ίδιο γρήγορα με το πιο γρήγορο ψάρι, κι όλα πάνω του ήταν όμορφα. Όλα, εκτός απ' τα σαγόνια του. Η ράχη του ήταν γαλάζια σαν του ξιφιού, η κοιλιά του ασημένια, το δέρμα του ήταν απαλό κι ωραίο. Ήταν φτιαγμένος σαν ξιφιός, εκτός απ' τα θεόρατα σαγόνια του, που τώρα ήταν σφιχτά κλεισμένα, καθώς κολυμπούσε με φούρια λίγο κάτω από την επιφάνεια, με το ψηλό ραχιαίο φτερούγι του να σκίζει σαν μαχαίρι το νερό.
     Μέσα απ' τη διπλή γραμμή των χειλιών του, είχε οχτώ σειρές δόντια, που όλα έγερναν προς τα πίσω. Δεν ήταν τα συνηθισμένα κωνικά δόντια που 'χουν τα περισσότερα σκυλόψαρα. Μοιάζουν με τα νύχια που 'χουν κάτι άνθρωποι, που γυρίζουν προς τα μέσα σαν του όρνιου. Ήταν μεγάλα, όσο σχεδόν τα δάχτυλα του γέρου, και κοφτερά σαν ξυράφια, μέσα έξω. Ήταν, μ' άλλα λόγια, ένα ψάρι φτιαγμένο για να τρέφεται με όποιο ψάρι ήταν τόσο γρήγορο, τόσο δυνατό και τόσο καλά οπλισμένο, ώστε να μην έχει κανέναν άλλο εχθρό. Και τώρα, αυτό το ψάρι έτρεχε ακόμα πιο γρήγορα, γιατί η μυρουδιά του 'ρχότανε πιο φρέσκια και το γαλάζιο ραχιαίο του φτερούγι έσκιζε το νερό.
   Όταν ο γέρος το είδε να 'ρχεται, κατάλαβε πως είχε να κάνει μ' ένα ψάρι που δεν το σκιάζει τίποτα, που αυτό που θέλει το κάνει. Χωρίς να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα του από πάνω του, ο γέρος ετοίμασε το καμάκι και θήλιασε το σκοινί. Το σκοινί ήταν κοντό, το 'χε κόψει για να δέσει το ψάρι. 
   Το μυαλό του γέρου ήταν καθαρό κι ο ίδιος μπορεί να 'νιωθε σίγουρος για τον εαυτό του, δεν είχε όμως αυταπάτες. Πάει, αυτό ήταν, σκέφτηκε. Έριξε μια ματιά στο ψάρι του, καθώς έβλεπε το σκυλόψαρο να ζυγώνει. Καλύτερα να 'ταν όνειρο, σκέφτηκε. Τη ζημιά θα μου την κάνει, μα κι εγώ μπορώ να το σκοτώσω. Δεντούσο, καρχαρία μου, είπε μέσα του, την έχεις βαμμένη.
Το σκυλόψαρο διπλάρωσε την πρύμη, κι όταν ρίχτηκε στο ψάρι, ο γέρος είδε το στόμα του ν' ανοίγει, είδε τα παράξενα μάτια του κι άκουσε το κροτάλισμα των δοντιών, καθώς ο σκύλος χίμηξε γραμμή στο ψαχνό λίγο πάνω απ' την ουρά. Το κεφάλι του σκυλόψαρου κι η ράχη του ήταν έξω απ' το νερό κι ο γέρος άκουγε τη σάρκα του ψαριού του να ξεσκίζεται, όταν κάρφωσε το καμάκι του στο "σταυρό" του καρχαρία. Εκεί δηλαδή που διασταυρώνεται η γραμμή που ενώνει τα μάτια με τη γραμμή που ξεκινά απ' τη μύτη και πάει προς τα πίσω. Φυσικά, οι γραμμές αυτές δεν υπήρχαν. Υπήρχε μόνο το βαρύ, γαλάζιο, μυτερό κεφάλι, τα μεγάλα μάτια, τα παμφάγα σαγόνια που δάγκωναν και κροτάλιζαν. Πίσω όμως απ' το σταυρό ήταν το μυαλό κι ο γέρος το χτύπησε. Το χτύπησε με τα χέρια του τα καταματωμένα, μπήγοντας το καμάκι μ' όλη του τη δύναμη. Το χτύπησε χωρίς πολλές ελπίδες, αλλά αδίσταχτα και μ' όλη του την κακία.
  Το σκυλόψαρο μπατάρισε κι ο γέρος είδε πως το μάτι του δεν ήταν ζωντανό, κι ύστερα μπατάρισε άλλη μια και τυλίχτηκε δυο βόλτες με το σκοινί. Ο γέρος ήξερε πως το 'χε ξεκάνει, αλλά το σκυλόψαρο δεν το 'βαζε κάτω. Εκείνη τη στιγμή, έτσι όπως ήταν ανάσκελα, καθώς χτυπιόταν η ουρά του και τα σαγόνια του κροτάλιζαν στον αέρα, έδωσε μια κι όργωσε το νερό σα βενζινάκατος. Το νερό άφριζε εκεί που το χτυπούσε η ουρά και σχεδόν όλο το κορμί του καρχαρία ήταν έξω από τη θάλασσα, όταν το σκοινί τσιτώθηκε, τρεμούλιασε και κόπηκε. Το σκυλόψαρο έμεινε για λίγο ασάλευτο στην επιφάνεια κι ο γέρος το κοίταζε. Ύστερα, σιγά σιγά, βούλιαξε.
   "Θα μου 'κοψε και είκοσι κιλά" είπε δυνατά ο γέρος. Άσε που μου πήρε το καμάκι κι ό,τι σκοινί είχα και δεν είχα, και τώρα ξαναμάτωσε το ψάρι μου και θα πλακώσουν κι άλλα. 
Δεν ήθελε πια να το βλέπει το ψάρι του, έτσι πετσοκομμένο. Όταν χτυπήθηκε το ψάρι, ένιωσε σα να χτυπήθηκε ο ίδιος.
Εγώ όμως τον σκότωσα τον καρχαρία που χτύπησε το ψάρι μου, σκέφτηκε. Κι ήταν ο πιο μεγάλος δεντούσο που 'χω δει ποτέ μου. Κι αν έχω δει μεγάλα, μάρτυς μου ο Θεός.
    Πάει, όνειρο ήταν και πέταξε, σκέφτηκε. Τώρα λέω μακάρι να ήταν όνειρο, να μην είχα πιάσει το ψάρι και να 'μουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, πάνω στις εφημερίδες.
"Ένας άντρας όμως δε σκύβει ποτέ το κεφάλι" είπε. "Ακόμα και να 'χει καταστραφεί, δε σκύβει ποτέ το κεφάλι". Το μετάνιωσα που σκότωσα το ψάρι, σκέφτηκε. Τώρα έρχονται τα σκούρα και δεν έχω ούτε το καμάκι μου. Ο δεντούσο είναι άσπλαχνος, καπάτσος, δυνατός κι έξυπνος. Εγώ όμως στάθηκα πιο έξυπνος. Ή μάλλον όχι, σκέφτηκε. Μάλλον ήμουνα καλύτερα οπλισμένος.
"Μη σκέφτεσαι, γέρο" είπε δυνατά. "Τράβα το δρόμο σου κι ό,τι είναι να 'ρθει, θε να 'ρθει"...
Έρνεστ Χέμινγουεη
Άλλα κείμενα του Χεμινγουέϊ στο blog :
Προς πώληση 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.