Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Οι παγανιστικές μου Καθαροδευτέρες

    Μόλις ξημέρωνε τις Καθαροδευτέρες της παιδικής μου ηλικίας, ερχόταν πάνω απ’ το κρεβάτι μου ο Πιερ Πάολο Παζολίνι. 
  Ξυπνούσα μέσα στα νοτισμένα από την υγρασία σκεπάσματα μου, έχοντας μια παράξενη αδημονία και τον ανακάλυπτα να στέκεται απέναντι μου αμίλητος, ακουμπισμένος στο παλιό σερβάν της γιαγιάς μου. 
   Με παρατηρούσε επίμονα καθώς έβαζα τις κάλτσες με τους ρόμβους πάνω από τα δακτυλάκια των ποδιών μου, καθώς περνούσα τα αποσκελετωμένα κανιά μου μέσα στα μπατζάκια τού κοντού παντελονιού μου, καθώς έσπρωχνα με το αχτένιστο κεφάλι μου τον λαιμό της πολυκαιρισμένης μπλούζας μου για να τη φορέσω, καθώς έδενα τα κορδόνια των χοντροπάπουτσών μου. 
   Μετά, μ’ έπαιρνε από το χέρι και βγαίναμε στον κεντρικό δρόμο και στα σοκκάκια τού χωριού. Στη σκοτεινή και καπακωμένη από την υποκριτική αθωότητα ελληνική επαρχία τής δεκαετίας του ’60 και τού ’70, οι Καθαροδευτέρες ήταν οι μέρες τού Παζολίνι.
   Περνούσαμε από την εκκλησία. Ο παππάς είχε ήδη σκεπάσει τα μανουάλια, τις εικόνες και τα κρεμαστά καντήλια με τα μωβ πανιά του χριστιανικού πένθους. Το έκανε όχι διότι -κατά τας γραφάς- άρχιζε η μακρά περίοδος που θα οδηγούσε στα Άγια Πάθη, αλλά διότι το κάστρο του είχε ήδη περικυκλωθεί από στρατιές διαβόλων.
   Απ’ όλες τις μεγάλες και τις μικρές γιορτές της χρονιάς, καμιά δεν κουβαλούσε μέσα της τον σατανικό παγανισμό της Καθαροδευτέρας. 
   Καθώς διαπερνούσαμε τα πετρόστρωτα σοκάκια, πόρτες άνοιγαν και πεταγόντουσαν έξω άνδρες και γυναίκες με μουτζουρωμένα πρόσωπα. Όχι ζωγραφισμένα με χρώμα, αλλά μουτζουρωμένα σε ασπρόμαυρο φόντο. Φελλοί που καιγόντουσαν με πρωτόγονα τσακμάκια προσέφεραν τον φούμο τους για να γεννηθούν κατάμαυρα μούσια, μουστάκια, φρύδια, γυαλιά γύρω απ’ τα μάτια ή χοντρές ελιές. 
   Η δυσμορφία ως προϋπόθεση της απογειωτικής λαγνείας, καθώς οι όμορφοι έπρεπε να γίνουν άσχημοι κι άσχημοι ασχημότεροι. Λες και οι μάσκες της περασμένης νύχτας της μεγάλης αποκριάς, ποτισμένες απ’ τα κρασιά και τα πρόστυχα τραγούδια, είχαν εισχωρήσει βαθιά μέσα στην ψυχή και στο  δέρμα για να γίνουν ένα μαζί τους.
   Την Καθαροδευτέρα στο χωριό, από νωρίς το πρωί υπήρχε ένας αλλόκοτος ηλεκτρισμός. Άνδρες και γυναίκες έχαναν την επαρχιώτικη μακαριότητα τους και αντιδρούσαν σαν αλαφιασμένοι. 
   Οι ανοικτές πόρτες και τα στρωμένα τραπέζια, ειδικά αυτή τη μέρα δεν ήταν αποδείξεις φιλοξενίας αλλά σταθμοί για μια γενικευμένη πρόστυχη έκρηξη με άδηλη κατάληξη. Δεν ήταν πανηγύρι, διότι στα πανηγύρια όλο το χωριό συγκλίνει σ’ ένα σημείο και διασκεδάζει ως σώμα. 
   Την Καθαροδευτέρα εξουσία είχαν οι αυτόνομες παρέες που περιφερόντουσαν τίγκα στο κρασί και τη ρακή, μπαινόβγαιναν σε σπίτια και καφενεία, αναμειγνύονταν με άλλες και ξανασχηματίζονταν με διαφορετική σύνθεση. 
  Μουτζουρωμένοι άνδρες με κατακόκκινα μάτια και φουσκωμένες κοιλιές, με χέρια βρώμικα απ’ τα χταπόδια και τις σουπιές, με πέτα μούσκεμα απ’ τα χυμένα κρασιά και τις στραβοφαγωμένες ταραμοσαλάτες, έβγαιναν από πόρτες και αυλές σκουντουφλώντας, βρίζοντας και τραγουδώντας, για να πάνε παρακάτω. Νωρίς το μεσημέρι, το βλέμμα τους ήταν βλέμμα τρελού που απελευθερώθηκε απ’ τα δεσμά του και αμολύθηκε στις ανοικτές εκτάσεις.
   Τα παιδικά μου μάτια δεν θα ήταν ικανά να διυλίσουν όλη αυτή την ξαφνική έκρηξη, αν δεν δανειζόμουν το λάγνο διεισδυτικό βλέμμα τού Πιέρ Πάολο που καθόταν δίπλα μου. 

   Ήταν εκεί όταν είδα την παρέα των τριών χωριανών μου να ψάχνει με τα χέρια ανάμεσα στα ξερατά τού ενός, για να βρει τη μασέλα που είχε πεταχτεί από το στόμα του μαζί με τη σιχαμερή μάζα από λαγάνες, ταχίνια, λούπινα και χαλβάδες.
   Ήταν εκεί όταν άρχισαν να δέρνονται δύο γείτονες επειδή ο ένας είπε κάτι πρόστυχο στη γυναίκα τού άλλου μέσα στο σπίτι του. Το αίμα πεταγόταν από τη μύτη κι έμπαινε στο στόμα τού ενόχου, αλλά αυτός αντί να προσπαθεί να το σταματήσει, το άφηνε να τρέχει και το κατάπινε με μια ηδονή που δεν είχα ξαναντικρύσει. Είχε τα πιο κόκκινα ούλα της οικουμένης.
  Ο Πιερ Πάολο ήταν εκεί, όταν εξακοντίστηκε στα ουράνια μια σφραγισμένη γκαζόζα που διέγραψε μια φοβερή κάθετη τροχιά αφρίζοντας εσωτερικά κι έπειτα έσκασε στο τσιμέντο σα χειροβομβίδα. 
   Μέσα σε μια αποθέωση γιορταστικής αυτοκαταστροφής, ολόκληρη η παρέα ισοπεδώθηκε από τα γυαλιά που καρφώθηκαν σε πόδια, χέρια και πρόσωπα, σ’ ένα χωριό όπου δεν υπήρχε ούτε γιατρός ούτε αυτοκίνητο για να μεταφερθούν τραυματίες.
   Αλλά το βλέμμα τού Πιέρ Πάολο, ψάχνοντας φάτσες δίχως βιτρίνα, αναζητώντας την αυθεντική κακομουτσουνιά ως αντανάκλαση ενός θηριώδους εσωτερικού πρωτογονισμού, μπορούσε να εισχωρήσει ακόμα βαθύτερα. 
   Μπορούσε να επισκεφθεί τα πιο σκοτεινά διαμερίσματα μιας βουκολικής έκρηξης πάθους και απελευθερωμένης ελευθεριότητας, που στις μέρες μας έχει εξαφανιστεί καθώς όλα εκτίθενται φόρα-παρτίδα ως εμπόρευμα.



    Διότι τα μάτια είναι εύκολο να γδύσουν μια περιποιημένη κοπέλα που φορά ένα στενό τζιν, είναι όμως άλλης τάξεως βύθιση τού μυαλού, η ικανότητα του να γδύσει μια ταλαιπωρημένη τσεμπεροφορούσα μεσόκοπη γυναικούλα τού χωριού.
    Ότι, στα τραπέζια των γλεντοκόπων, τα χέρια που ονειρευόντουσαν πως χαϊδεύουν γυμνά κορμιά, ήταν χέρια χοντρά και πετσιασμένα, με άκοπα μισοσπασμένα κατάμαυρα νύχια. 
   Ότι τα στόματα που ονειρευόντουσαν ότι φιλάνε τα δροσερά χειλάκια μικρών κοριτσιών, ήταν χοάνες  με βρώμικα κατακίτρινα δόντια γεμάτες κουφάλες. 
  Ότι τα σάλια που έτρεχαν από την άκρη του στόματος και ονειρευόντουσαν να τρέξουν ανάμεσα σε δύο τροφαντά κάτασπρα στήθια, έζεχναν απ’ το χύμα τσιγάρο, απ’ το σκόρδο και το ξιδόκρασο. 
  Ότι τα φουσκωμένα όργανα ανάμεσα στα πόδια ήταν άπλυτα τρεις μέρες και τα μακριά σώβρακα ήδη φορεμένα μια βδομάδα.
   Ω Θεέ μου! Υπάρχει λοιπόν τέτοιου είδους λαγνεία; Η οποία μάλιστα εκρήγνυται την πρώτη μέρα της μεγάλης σαρακοστής, τότε που υποτίθεται ότι αρχίζει η κάθαρση τού σώματος και της ψυχής; 
   Μα ακόμα κι αν γεννιέται λαγνεία μέσα στα κρασιά, τα τραγούδια και τα μελάνια της σιουπιάς, δεν την φρενάρει η σιχασιά, δεν την ακυρώνει ο επιθετικός πρωτογονισμός; 
   Πως μπορεί να εμπνεύσει ερωτικά ένας χοντρός άπλυτος κουρελιάρης που Καθαροδευτεριάτικα σέρνει τη γυναίκα πίσω από ένα πουρνάρι; 
  Και πόσο πόθο μπορεί να γεννήσει η ασπρομαλλούσα απεριποίητη μεσόκοπη, όταν ξαπλωμένη βίαια στα χορτάρια βγάζει τα φανελένια βρακιά της και σηκώνει τα πόδια φορώντας τις λασπωμένες γαλότσες της; 
   Μα, τι διάολο γινόταν τότε; Σήμερα, στο youporn όλοι οι άνδρες έχουν γυμνασμένα κορμιά, όλα τα γυναικεία πόδια σημαδεύουν το ταβάνι με γόβες κι όλα τα απόκρυφα είναι αποτριχωμένα.  
   Χα! Γινόταν αυτό που μόνο το βλέμμα του Πιερ Πάολο μπορούσε να διακρίνει και να μου μεταδώσει. Να αντιληφθεί όλον αυτό τον επώδυνο και λυτρωτικό κυνισμό που χαρακτηρίζει το πιο ζωώδες είδος απ’ όλα τα ζώα. 
   Εικοσιπέντε γενιές τέτοιες Καθαροδευτέρες χρειάστηκαν για να ζωντανέψει το δικό μας DNA. Επί εξακόσιες είκοσι πέντε συνεχείς Καθαροδευτέρες, βρώμικα μεθυσμένα ανδρικά όργανα εισχωρούσαν σε εξίσου βρώμικα και μεθυσμένα γυναικεία σκέλια, για να γεννηθούμε εμείς οι μη-μου-άπτου, εμείς οι απολυμασμένοι. 
  Τι φανταζόσασταν δηλαδή; Ότι στην πιο λάγνα σκηνή από γενέσεως της ανθρωπότητας,  ο πελώριος τριχωτός σατανάς με το διχαλωτό πέλμα, πριν βιάσει τη μικροσκοπική ανυποψίαστη παρθένα έπαιρνε ένα μπάνιο με αφρόλουτρο;
   Μήπως θαρρείτε πως οι μικρές κοινωνίες δεν φρόντιζαν ν’ αφήνουν μια βαλβίδα ασφαλείας στον βελζεβούλ που κρύβει ο κάθε άνθρωπος μέσα του, για να ξεπετάγεται μια στο τόσο και να καταλαγιάζει όλο τον υπόλοιπο καιρό; 
  Γιατί ίδιος σατανάς ήταν ο μπουνταλάς ο Γιώργης, που αφηνιασμένος από το μεθύσι και τη φασαρία γύρω του, πετάχτηκε ένα απόγευμα Καθαροδευτέρας έξω απ’ το καφενείο και προσπαθούσε ν’ αρπάξει την κατσίκα του Ασημάκη, εκεί μπροστά σ’ όλο τον κόσμο που γελούσε με τη σκηνή.
   Ίδιος σατανάς ήταν όμως και ο Ασημάκης, όταν υπερασπιζόμενος την αίγα του, άρπαξε με τις χερούκλες του τον Γιώργη απ’ τον γιακά και δίχως οίκτο τον εξακόντισε κάτω από τον περίβολο της αυλής. Και τον κατασκότωσε τον κακομοίρη, γιατί η αυλή ήτανε ψηλή κι από κάτω υπήρχαν κάτι μεγάλες πέτρες, σκληρές, λείες και ολοστρόγγυλες σαν τ’ αυγά των πιο μακρινών και πιο κοντινών μας προγόνων, των δεινοσαύρων. 
  Από κείνα τα προϊστορικά αιώνια αυγά, βγήκαν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στο «120 μέρες στα Σόδομα», μα και εκείνοι που πρωταγωνιστούσαν στις Καθαροδευτέρες των παιδικών μου χρόνων. 
Δημήτρης Καμπουράκης / Πρωταγωνιστές
Κάτι παρόμοιο στο blog :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.