Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Οι 120 Μέρες των Σοδόμων (και άλλα σαδικά) : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Θ΄

ΠΡΟΣΟΧΗ: Σ' αυτήν την ανάρτηση πιθανόν να υπάρχουν κείμενα, φωτογραφίες ή videos 
που μπορεί να σοκάρουν ή να προσβάλλουν 
κάποιους "ευαίσθητους" !
   Σαδισμός. Αν ο Μαρκήσιος Ντονατιέ Αλφόνς Φρανσουά ντε Σαντ (1740-1814) γνώριζε πως, μερικές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, το επώνυμό του θα κατέληγε να γίνει συνώνυμο με τη σεξουαλική ικανοποίηση που προκαλεί η πρόκληση πόνου σε άλλους, τότε πιθανώς να εκπλησσόταν. Ή να έβαζε τα γέλια.
  Γιατί, αυτό που οι ψυχίατροι έσπευσαν να βαφτίσουν «σαδισμό» στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν αποτελεί παρά μία μόνο από τις πολυποίκιλες σεξουαλικές συμπεριφορές που ο Γάλλος ευγενής έσπευσε να αποτυπώσει το έργο του.
   Σαν ανατόμος και χαρτογράφος της σεξουαλικής συμπεριφοράς, ο ντε Σαντ εξερεύνησε κάθε σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου ψυχισμού.
  Τα έργα του, ιδίως οι «120 Μέρες στα Σόδομα» (ή όπως είναι η ακριβέστερη μετάφραση "120 Μέρες των Σοδόμων"), είναι λίγο-πολύ μία καταγραφή όλων των πιθανών σεξουαλικών συμπεριφορών που θα μπορούσε ποτέ να σκεφτεί ο ανθρώπινος νους.
    Αν κάποιος αξίζει τον τίτλο του πιο διαβόητου συγγραφέα όλων των εποχών, αυτός είναι ο ντε Σαντ. Ακόμα και σήμερα, σχεδόν 200 χρόνια μετά τον θάνατό του, η κολασμένη φαντασία του ταράζει τους πιο ευαίσθητους, όσο και αν ταυτόχρονα η επαναληπτικότητα της δομής των πορνογραφικών κειμένων του, όσο και το μάκρος τους, προκαλεί ενίοτε... χασμουρητά στους μυημένους στο σύμπαν του.
   Οι χαρακτήρες του, ελευθεριάζοντες και αμοραλιστές, εκφράζουν στην ουσία τη φιλοσοφία ζωής και κοσμοθεωρία του Σαντ: πρέπει να υπακούμε στη φύση και στην ικανοποίηση των φυσικών μας ενστίκτων, ακόμα κι αν αυτό βλάπτει τον άλλο.
  Τα πολιτισμικά κατασκευάσματα – θρησκεία, κράτος, οικογένεια, σεβασμός στον συνάνθρωπο – είναι άχρηστα, υποκριτικά, σάπια και μας κρατούν δυστυχισμένους.
   Επιπλέον, αυτό που επιχείρησε να κάνει ο Σαντ ήταν να δημιουργήσει ένα νέο παρακλάδι της γοτθικής λογοτεχνίας που  ήκμαζε στην Αγγλία κατά τον 18 αιώνα: μία "άγρια" γοτθική λογοτεχνία, μακριά από τον ανώδυνο, ραφιναρισμένο, ρομαντικό σύμπαν της μαστόρισσας του είδους, Αν Ράντκλιφ.
   Η σαδική βιβλιογραφία είναι σχεδόν συνώνυμη με τις λέξεις «σκάνδαλο, απαγόρευση, λογοκρισία». Ωστόσο, ήταν κυρίως τρία έργα του Μαρκήσιου που είτε τον έβαλαν σε μπελάδες είτε σκόνταψαν σε νομικούς υφάλους ακόμα και μετά τον θάνατό του: η «Ζυστίν», η «Ζυλιέτ» και οι «120 Μέρες στα Σόδομα».
Ζυστίν & Ζυλιέτ

   Πολλοί έχουν σπεύσει να αναρωτηθούν τι στάθηκε πηγή έμπνευσης για το εφιαλτικό σύμπαν που ζωντανεύει στα βιβλία του. Η απάντηση έχει πολλά σκέλη: καταρχάς, η ίδια η δαιμονική προσωπικότητα του Μαρκήσιου.
   Έζησε μία έντονη ζωή, με πολλές ερωμένες και εραστές (αλλά και με μία αφοσιωμένη σύζυγο) και μπλέχτηκε σε απίστευτα σκάνδαλα, με αποκορύφωμα την κατηγορία του για απόπειρα ανθρωποκτονίας, αφού μία σειρά από πειραματισμούς με δηλητήρια που έκανε πάνω σε πόρνες κατέληξαν... άσχημα.
  Για αυτό το περιστατικό οδηγήθηκε μάλιστα στη φυλακή το 1772, αλλά απέδρασε μετά από τέσσερις μήνες.
  Για τα επόμενα πέντε χρόνια περιφερόταν σε διάφορα μέρη της Γαλλίας και στην Ιταλία, προτού οδηγηθεί εκ νέου στη φυλακή το 1777.
  Παρότι γλίτωσε την καταδίκη σε θάνατο, εντούτοις παρέμεινε φυλακισμένος και ήταν μάλιστα κατάδικος στη Βαστίλη την περίοδο που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση το 1789. Τελικώς, αποφυλακίστηκε με εντολή της Συνέλευσης του νέου Συντάγματος το 1790.
   Το πρώτο του βιβλίο, η «Ζυστίν» - το οποίο είχε γράψει ενόσω ήταν φυλακισμένος στη Βαστίλη το 1787 – εκδόθηκε ανώνυμα το 1791 και έγινε σχεδόν αμέσως ένα αμαρτωλό χιτ, μία ένοχη απόλαυση για τον προσφάτως απελευθερωμένο από τη μοναρχία γαλλικό λαό.
  Οι περιπέτειες της νεαρής, ενάρετης Ζυστίν, που περνά από αμέτρητα μαρτύρια στα χέρια δεκάδων εγκληματικών στοιχείων – βιασμούς, ξυλοδαρμούς και εξευτελισμούς πάσης φύσεως – ερέθισαν τη φαντασία του κοινού, αφού ήταν η πρώτη φορά που μερικές από τις πιο σκοτεινές φαντασιώσεις της ανθρώπινης ψυχής βρήκαν τον δρόμο τους στο χαρτί.
  Εξίσου... ερεθισμένος από την απρόσμενη επιτυχία του βιβλίου του, ο Σαντ κυκλοφόρησε το 1797 δύο τόμους βιβλίων, επίσης ανωνύμως: ο ένας ήταν μία επαυξημένη έκδοση της «Ζυστίν», με πιο πλούσιες λεπτομέρειες, και μεγαλύτερες δόσεις σκληρότητας και ωμότητας.
   Το άλλο ήταν η «Ζυλιέτ», ένα companion piece στη «Ζυστίν» που εξιστορούσε τις περιπέτειες της μεγάλης αδελφής της Ζυστίν. Οι δύο τόμοι συνοδεύονταν από εκατοντάδες χαρακτικά που εικονοποιούσαν έτσι τις ακραίες σκηνές που περιγράφονταν στα βιβλία.
   Η Ζυλιέτ, εν αντιθέσει με τη Ζυστίν, βυθίζεται εκούσια στην αμαρτία και την εξαχρείωση, και πριν συμπληρώσει τα δεκαοκτώ της χρόνια, έχει γευτεί τα πάντα, έχει υπάρξει ερωμένη του διεφθαρμένου υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας, έχει συμμετάσχει σε όργια με παπάδες και καλόγριες, έχει κλέψει, έχει δολοφονήσει τους γονείς της και έχει συμμετάσχει σε ομαδικό ακρωτηριασμό, βασανισμό και δολοφονία μίας οικογένειας, ως μέλος μίας κάστας από "libertines".
   Το αποκορύφωμα του βιβλίου είναι η συμμετοχή της σε μία βέβηλη, μαύρη λειτουργία/ όργιο, όπου συμμετέχει ακόμα και ο Πάπας, με τη Ζυλιέτ πια να είναι η πιο ισχυρή γυναίκα της Ευρώπης.
   Το μήνυμα του Σαντ είναι σαφές: η πεισματικά προσκολλημένη στην αρετή της Ζυστίν περνάει από απίστευτες φρικαλεότητες, ενώ η βυθισμένη με ευχαρίστηση στον βούρκο Ζυλιέτ θριαμβεύει, γίνεται πλούσια και ισχυρή.
  Στην εκδοχή του 1797, μάλιστα, ο Σαντ έσπευσε να αλλάξει το κάπως ηθικιστικό φινάλε της έκδοσης του 1791, στην οποία, μετά τον (ειρωνικό) θάνατο της Ζυστίν από έναν κεραυνό, η ανήθικη Ζυλιέτ αποφασίζει να αλλάξει ζωή και να κλειστεί σε μοναστήρι.
  Οι υπότιτλοι των βιβλίων (Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής και Ζυλιέτ ή οι ευδαιμονίες της κακίας) είναι ενδεικτικοί αυτής της στάσης.
   Το 1801, όμως, η Γαλλία είναι (ξανά) ένας άλλος κόσμος: ο Ναπολέων Βοναπάρτης έχει αναλάβει τα ηνία. Την ίδια εκείνη χρονιά, ο Ναπολέων, αηδιασμένος με τα έργα του Σαντ (λέγεται πως αποκάλεσε τη «Ζυστίν» το «πιο αποκρουστικό βιβλίο που δημιούργησε ποτέ η πιο διεφθαρμένη φαντασία»), διατάζει τη σύλληψη του ανώνυμου συγγραφέα.
   Με τα πολλά, ο Σαντ συλλαμβάνεται. Δεν θα ξαναβρεί ποτέ την ελευθερία του: τα επόμενα (τελευταία) 13 χρόνια της ζωής του θα τα περάσει σε φυλακές και ιδρύματα για φρενοβλαβείς.
   Με απόφαση του Βασιλικού Δικαστηρίου, η «Ζυστίν» και «Ζιλιέτ» απαγορεύονται το 1815. Θα έπρεπε να φτάσουμε στον εικοστό αιώνα, για να ξαναβρούν τα βιβλία τον δρόμο τους προς το αναγνωστικό κοινό, χτίζοντας στο μεταξύ γύρω τους έναν μύθο και ένα μυστήριο σχετικά με το τρομερό περιεχόμενό τους.
Οι 120 Μέρες στα Σόδομα
  Το πρώτο βιβλίο που είχε γράψει ο Σαντ, εν έτει 1785, επίσης στη φυλακή, με τίτλο «120 Μέρες στα Σόδομα», θεωρείτο για πολλά χρόνια εξαφανισμένο: το ημιτελές χειρόγραφο του συγγραφέα είχε χαθεί, προς μεγάλη λύπη του ίδιου του Σαντ.
  Ωστόσο, στα 1905, ο Γερμανός ψυχίατρος Ίβαν Μπλοχ, που είχε ανακαλύψει το χειρόγραφο, έσπευσε να το εκδώσει, με ψευδώνυμο φυσικά.
   «Οι 120 Μέρες στα Σόδομα» είναι ίσως το πιο γνωστό βιβλίο του Σαντ. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι είναι και το πιο σκληρό: τέσσερις αξιωματούχοι, ένας δικαστής, ένας τραπεζίτης, ένας δούκας και ένας επίσκοπος, βασανίζουν, με κάθε πιθανό τρόπο, επί 120 μέρες, επτά νέους και επτά νέες, στο εσωτερικό ενός κάστρου.
  Ο Σαντ πρόλαβε να ολοκληρώσει μόνο το πρώτο μέρος του βιβλίου. Για τα άλλα τρία διασώζονται μόνον οι συνόψεις τους, επιγραμματικές λίστες με φρικαλεότητες που καμιά φορά ξαφνιάζουν με τη φαντασία τους.
  Ωστόσο, με κάποιες εξαιρέσεις, τα τρία αυτά βιβλία του Σαντ παρέμειναν απαγορευμένα μέχρι τη δεκαετία του ’60 – ιδίως στη γενέτειρά τους, όπου ο Σαντ αντιμετωπιζόταν πάντοτε ως ένα είδος συλλογικής «ντροπής» για το γαλλικό έθνος, μία μελανή σελίδα στην ιστορία των γαλλικών γραμμάτων.
  Το 1955, μάλιστα, η γαλλική κυβέρνηση σχεδίαζε να καταστρέψει τα χειρόγραφα των «120 Μερών στα Σόδομα», όπως και των άλλων σκληροπυρηνικών έργων του Μαρκήσιου, θεωρώντας τα ακατάλληλα και βλαβερά.
  Σαν απάντηση σε μία τέτοια πιθανότητα, η υπαρξίστρια φιλόσοφος Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε ένα δοκίμιο, με τον τίτλο «Πρέπει να κάψουμε τον ντε Σαντ;», όπου υπερασπίστηκε το έργο του Μαρκήσιου και τις φιλοσοφικές και ηθικές προεκτάσεις της εργογραφίας του.
   Έκτοτε, αρκετοί διανοούμενοι έσπευσαν ομοίως να εντοπίσουν αρετές στο έργο του Σαντ: στο έργο του άλλωστε υπάρχουν εν σπέρματι πολλά στοιχεία του υπαρξισμού.
  Τελικά, τα χειρόγραφα δεν καταστράφηκαν. Στη δεκαετία του ’50 και του ’60, οι πρώτες εκδόσεις των τριών βιβλίων άρχισαν να κυκλοφορούν σε Γαλλία, ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία, αρχικά βέβαια σε λογοκριμένες εκδόσεις (όπως λογοκριμένες είναι και οι εκδόσεις από γνωστούς οίκους, όπως η Wordsworth και η Oxford).
   Η πρώτη πλήρης και χωρίς συντομεύσεις έκδοση της «Ζυστίν» κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1953 από την Olympia Press και αργότερα, με μικρές τροποποιήσεις, από τη θρυλική Grove Press.
  Γενικότερα, πάντως, υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις εκδόσεις που κυκλοφορούν. Οι πληρέστερες εκδόσεις θεωρούνται αυτές που περιλαμβάνονται στα Άπαντα του Σαντ, που εκδόθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στη Γαλλία από τη Cercle du Livre Precieux και τον Ζαν-Ζακ Ποβέρ.
   Στην Ελλάδα, οι «120 Μέρες στα Σόδομα» πρωτοκυκλοφόρησαν το 1981, από τις εκδόσεις Εξάντας, που αργότερα κυκλοφόρησαν και τις εκδόσεις «Ζυστίν» και «Ζυλιέτ».
   Έκτοτε, και άλλοι οίκοι έχουν αναλάβει το δύσκολο εγχείρημα να μεταφράσουν τα τρία αυτά ογκωδέστατα έργα του Μαρκήσιου (για παράδειγμα, οι εκδόσεις Νεφέλη κυκλοφόρησαν το 2011 σε νέα μετάφραση τη «Ζυστίν»).
   Καθώς τα έργα του Σαντ άρχισαν να απενοχοποιούνται και να εισέρχονται στο mainstream, τόσο άρχισαν να εξαπλώνονται και σε άλλα μέσα.
   Πιο διαβόητη κινηματογραφική μεταφορά υπήρξε το «Σάλο ή 120 Μέρες στα Σόδομα», τελευταία ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι, που τοποθετεί το βιβλίο στο φασιστικό κρατίδιο του Σάλο, στη Βόρεια Ιταλία.
  Η ταινία, εύλογα, κρίθηκε αυστηρά ακατάλληλη: αν και ωχριά μπροστά στις φρίκες του βιβλίου, εντούτοις περιλαμβάνει σκηνές με όργια, βασανισμούς, βιασμούς, και φυσικά ουρολαγνεία και κοπροφαγία.
  Οι «Ζυστίν» και «Ζυλιέτ» έχουν επίσης διασκευαστεί για το σινεμά, είτε σε ελαφριές mainstream εκδοχές (η γαλλική διασκευή του 1967 με Κατρίν Ντενέβ και Ανί Ζιραρντό και αυτή του 1969 με Κλάους Κίνσκι) είτε σε hardcore πορνογραφικές (η πιπεράτη σουηδική «Ζυστίν και Ζυλιέτ» του 1975).
  Τέλος, πορνογραφικά κόμικ και «αβανγκάρντ» θεατρικές παραστάσεις έχουν επίσης διασκευάσει ή εμπνευστεί από τα βιβλία.
Κωνσταντίνος Τζήκας / Athens Voice
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Γυμνό Γεύμα : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Α΄
Ο Τελευταίος Πειρασμός : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Β΄
Η Φάρμα των Ζώων : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Γ΄
“Η Ζωή του Ιησού” : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Δ΄
Λολίτα : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ε΄
Βιβλία που λογοκρίθηκαν επί Χούντας και δικτατορίας Μεταξά : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΣΤ΄
Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ζ΄
1984 : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών – Η΄
Ο Αγών μου - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ι΄
Η Ιστορία της Ο - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΑ΄
Η Μεταμόρφωση - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΒ΄
Ουρλιαχτό - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΓ΄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.