Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Με το χαμόγελο στα χείλη και άλλα τραγούδια του Αλβανικού έπους !

    Ας μιλήσουμε για τη μεγάλη σημασία που είχε εκείνος ο εορτασμός της πρώτης επετείου από την απρόκλητη αιφνιδιαστική εισβολή, την απρόσμενα επιτυχή αντίδραση και τη νικηφόρα προέλαση μέσα στο ιταλικό έδαφος (η Αλβανία είχε προσαρτηθεί ως επαρχία στην Ιταλία) την προηγούμενη χρονιά.
    Πραγματοποιήθηκε σιωπηλά, αλλά εμφατικά μέσα στη μαύρη καταχνιά της Κατοχής και είναι ίσως μοναδικό παράδειγμα ένας λαός να τιμά τους πεσόντες ήρωές του, σε έναν πόλεμο, ενώ στενάζει κάτω από την μπότα του εχθρού τον οποίο νίκησε στο πεδίο της μάχης, αλλά που για άλλους λόγους ο νικημένος του εχθρός είναι τώρα ο δυνάστης του… Ο στρατός Κατοχής του. 
    Κάποια στεφάνια με γαλανόλευκες κορδέλες στον Άγνωστο Στρατιώτη κρυφά κι αθόρυβα μες στη νύχτα ήταν η θύμηση της επετείου από ανώνυμους πολίτες για επώνυμους ήρωες. Δεν ήταν λίγο, δεν ήταν πολύ. Ήταν το πρέπον. Ήταν η συνεπής προέκταση της αποκοτιάς τους, όταν με το χαμόγελο στα χείλη αντιμετώπισαν  σε άνισο, θεωρητικά, αγώνα την προσβολή..
    Εκείνο το χαμόγελο, που δεν ήταν απλώς ένα χαμόγελο στα χείλη, μα ένας χείμαρρος σαρκαστικού γέλιου από έναν ολόκληρο λαό, εκφράστηκε, δημοσιοποιήθηκε και απαθανατίστηκε με το τραγούδι, με τις γελοιογραφίες του Τύπου, τα επιθεωρησιακά νούμερα των θεάτρων, από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του μοναδικού ραδιοφωνικού σταθμού, τότε, και με τα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα.
Σημείωση: Η αναφορά ως πρώτου εορτασμού την αθόρυβη κατάθεση στεφάνων αφορά στη νυκτερινή επίσκεψη αγνώστων (λέγεται ότι ήταν μαχητές του μετώπου οι οποίοι τιμούσαν τους νεκρούς συνστρατιώτες τους), επειδή ανήμερα την 28η Οκτωβρίου στο Πανεπιστήμιο η επέτειος τιμήθηκε με ομιλίες καθηγητών, ενώ μέγα πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε μπροστά από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη για κατάθεση στεφάνων. Η έφιππη ιταλική καραμπινερία προσπάθησε να διαλύσει τη συγκέντρωση, χωρίς ευτυχώς να υπάρξουν θύματα.
Με το χαμόγελο στα χείλη, λοιπόν…
    Χιλιοειπωμένη φράση για τίτλο σχετικών επετειακών θεμάτων, άρα καθόλου πρωτότυπη. Είναι, όμως, εμβληματική. Δείχνει πεντακάθαρα, αντικατοπτρίζει το φρόνημα ενός λαού, που εκφράζει την ευψυχία του όχι μόνο με παιάνες, αλλά και με το “χαμόγελο στα χείλη”, που δεν χάνει τη σατιρική του διάθεση κι όταν ακόμα έχει να αντιμετωπίσει απειλές αναπότρεπτου κινδύνου.
   Εδώ δεν γεννήθηκε η σάτιρα ως απ’ ευθείας απόγονος της σατυρικής ποίησης; Έστω κι αν ο όρος προέρχεται από λογοτεχνικό είδος που καλλιέργησαν οι Ρωμαίοι. Δεν ήταν ο Λεωνίδας εκείνος που απάντησε στον Ξέρξη 2.500 χρόνια πριν με ειρωνεία εσχάτης περιφρόνησης προς τον θάνατο «Καλύτερα, γιατί έτσι θα πολεμήσουμε κάτω από σκιά!», όταν ο Πέρσης μεγάλος βασιλέας τον απείλησε ότι τα βέλη του θα κρύψουνε τον ήλιο στον ουρανό; 
   Βέβαια, είχε προηγηθεί και το αξεπέραστο «Έλα, να τα πάρεις!» εννοώντας να του παραδώσουν οι Σπαρτιάτες τα όπλα τους αμαχητί. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανένας πολύ για να βρει και σε αυτή τη φράση μεγαλείου την ειρωνεία. Κάτι ανάλογο και με το δικό του ιδιότυπο χοντροκομμένο βωμολόχο χιούμορ δεν είχε διατυπώσει και ο Καραϊσκάκης αναφερόμενους στους Τούρκους, ενώ ξεψυχούσε, τραυματισμένος θανάσιμα στη μάχη του Φαλήρου…
    Το «Όχι» (που δεν διατυπώθηκε ποτέ έτσι μονολεκτικά, τη στιγμή που λέγεται ότι διατυπώθηκε) εκτός από σύνθημα καθολικού modus operandi στην ξενική επιβουλή, ενέπνευσε και μια σειρά έργων λόγου, κυρίως σατιρικών και ακραίας γελοιοποίησης του εισβολέα προκειμένου να διατηρηθεί το λαϊκό φρόνημα στα υψηλά επίπεδα της πρώτης μέρας του πολέμου. 
   Και τούτο έγινε σε βάρος του πολεμικού αξιώματος που λέει (με άλλη διατύπωση) ότι η αξία μιας νικηφόρας εποποιίας είναι ευθέως ανάλογη με την αξία του ηττημένου.
Ας είναι. Θα κρατήσουμε μόνο το «με το χαμόγελο στα χείλη» γιατί κατέγραψε κι αυτό με τον δικό του τρόπο το έπος.
Γελοιογραφίες, τραγούδια -τα περισσότερα γνωστές ιταλικές καντσονέτες με ελληνικούς επίκαιρους στίχους- και θεατρικές επιθεωρήσεις μονοπωλούσαν την πολιτική και καλλιτεχνική δημιουργία στους τελευταίους μήνες του 1940 και στους πρώτους του 1941.
 Τα τραγούδια του έπους
    Δεκάδες τραγούδια γράφτηκαν στο πεντάμηνο του ελληνό-ιταλικού πολέμου. Όλα είχαν να κάνουν με τον πόλεμο. Άλλα σοβαρά, άλλα χιουμοριστικά, αλλά σε ανεξάρτητες κυκλοφορίες και άλλα ενταγμένα σε επιθεωρησιακά νούμερα.
  Η Σοφία Βέμπο, που “δια βοής” χρίστηκε η τραγουδίστρια της νίκης, αφού τα δικά της τραγούδια αγαπήθηκαν περισσότερο από τον κόσμο κι αυτά συνεχίζονται να ακούγονται έως σήμερα, σε μια παρλάτα με τίτλο “Το Αλβανικό Έπος” γραμμένη από τον Μίμη Τραϊφόρο (πρωτακούστηκε στις 28 Οκτωβρίου 1963 στο Θέατρο Βέμπο σε παράσταση αφιερωμένη στα τραγούδια της για το έπος του ’40) καταλήγει περιγράφοντας εύστοχα τη δισκογραφική παραγωγή της εποχής.
Σ’ αυτά τα χρόνια άλλαξε του τραγουδιού η μορφή. 
Ο έρωτας ξεχάστηκε, μπήκε ξανά στην μπάντα. 
Και μες σε πόλεις και χωριά και σε κάθε κορυφή 
νέα τραγούδια ακούστηκαν: τραγούδια του σαράντα.
  Η επιλογή των σατιρικών τραγουδιών ας αρχίσει με το τραγούδι που δανείζει και τον τίτλο στο θέμα.
“Με το χαμόγελο στα χείλη”.. Πρόκειται για το πιο δημοφιλές από τα σατιρικά τραγούδια -παρωδίες, θα ήταν πιο σωστό- που γράφτηκαν ενώ το αλβανικό έπος βρισκόταν εν εξελίξει. Είναι γνωστότερο σαν: “Κορόιδο Μουσολίνι”, αλλά ο αρχικός του τίτλος ήταν: “Στη Ρώμη”.
Μικρή ιστορία για ένα μεγάλο τραγούδι
«Με το χαμόγελο στα χείλη 
πάν οι φαντάροι μας μπροστά 
και γίνανε οι Ιταλοί ρεζίλι,
γιατί η καρδιά τους δε βαστά.
Κορόιδο Μουσολίνι, κανένας δε θα μείνει, 
εσύ και η γελοία, η πατρίδα σου η Ιταλία, τρέμετε όλοι τα χακί.
Δεν έχεις διόλου μπέσα κι όταν θα μπούμε μέσα
ακόμα και στη Ρώμη γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία Ελληνική.
Βρέχει και κάτω από την τέντα 
δεν κάνουν βήμα προς τα μπρος 
και λένε τ ανακοινωθέντα: 
φταίει ο κακός μας ο καιρός.
Κορόιδο Μουσολίνι κανένας δε θα μείνει 
Εσύ και η γελοία, η πατρίδα σου η Ιταλία, τρέμετε όλοι το χακί.
Δεν έχεις διόλου μπέσα κι όταν θα μπούμε μέσα 
ακόμα και στη Ρώμη γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία Ελληνική..»
  Οι στίχοι του οφείλονται στον, τότε, φαντάρο στο μέτωπο Γιώργο Οικονομίδη, Το “κούμπωσε” πάνω στη μουσική της καντσονέτας “Reginella Campagnola” του Ιταλού συνθέτη Eldo di Lazzaro (1902-1968).
   Αγαπήθηκε, όσο κανένα άλλο  από τα τραγούδια εκείνης της εποχής για τον ευκολομνημόνευτο και εύθυμο ρυθμό του. Ήταν το τραγούδι που το σφύριζαν περιπαιχτικά οι Αθηναίοι, κάπως σαν εκδίκηση, όταν διασταυρωνόταν ο δρόμος τους με Ιταλούς φαντάρους στη διάρκεια της Κατοχής. Είναι γιατί ποτέ δεν μπόρεσε ο ελληνικός λαός να ανεχθεί, ότι ο ταπεινωμένος στα βουνά της Πίνδου ιταλικός στρατός, ελέω Χίτλερ, έγινε στρατός Κατοχής του.
  Κι όσο οι Ιταλοί δεν ήξεραν με τι λόγια είχε ντυθεί στα ελληνικά η αγαπημένη και σε αυτούς μελωδία του “Ρετζινέλλα Καμπανιόλα” καμάρωναν για τα… φιλοϊταλικά αισθήματα του ελληνικού λαού!..
  Μια διευκρινιστική παρένθεση
    Σε πολύ μεταγενέστερη εκτέλεση έγινε μια political correct επέμβαση στον στίχο «… εσύ και η γελοία η πατρίδα σου η Ιταλία…» σε « εσύ και γελοία, η φασιστική Ιταλία…»
  Μπορεί να μην σωστό να γίνονται επεμβάσεις σε ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα που να αλλοιώνουν το νόημά του, αλλά στην προκείμενη περίπτωση η συναισθηματική φόρτιση του στιχουργού αδικούσε ολόκληρο τον ιταλικό λαό, πράγμα που ακόμα και μέσα στην Κατοχή δεν φαίνεται να το συμμεριζόταν απόλυτα ο ελληνικός λαός.
    Κατά κάποιο τρόπο το απέδειξε πρώτα με τα τσιγάρα και τρόφιμα που πρόσφεραν οι Αθηναίοι στους Ιταλούς σαν περνούσαν από τους δρόμους της Αθήνας αιχμάλωτοι στις πρώτες μέρες του πολέμου… 
   Κι ακόμα περισσότερο, όταν μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας το ’43, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους έκρυψαν κι έσωσαν όσους μπόρεσαν Ιταλούς από το φονικό μένος της ναζιστικής θηριωδίας… Ιταλούς που δεν θέλησαν να προσχωρήσουν στον γερμανικό στρατό μετά την συνθηκολόγηση… Και πολλοί από αυτούς το ανταπόδωσαν. Ανέβηκαν στο βουνό κι εντάχθηκαν στο αντάρτικο.
  Για τους μελανοχίτωνες, τους πραιτοριανούς του ιταλικού φασισμού, ήταν λοιπόν η χλεύη του στίχου. Και μόνο για αυτούς.
 Κλείνει η παρένθεση.
   Το “Με το χαμόγελο στα χείλη” τραγουδήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες εκείνο τον καιρό (μεταξύ των οποίων και η Βέμπο) και “χτυπήθηκε” σε δίσκο άλλες τόσες φορές, αλλά η πρώτη του εκτέλεση από τον Νίκο Γούναρη ήταν η καλύτερη.
   Για την ιστορία, ας αναφερθεί ακόμα, ότι η μελωδία ήταν ήδη πολύ γνωστή στους Αθηναίους -για αυτό και παρωδήθηκε- χάρη σε ένα βαριετέ που είχε ανεβεί στη σκηνή της “Όασης” την προηγούμενη χρονιά με τίτλο “Μικρή Χωριατοπούλα” και το ομώνυμο τραγούδι το είχε ερμηνεύσει η Ρένα Βλαχοπούλου. Οι στίχοι ήταν του Πωλ Μενεστρέλ που είχε ειδικευτεί στο να ντύνει με ελληνικούς στίχους, ολότελα άσχετους από τους πρωτότυπους, ξένες γνωστές μελωδίες. Ωστόσο σε δίσκο κυκλοφόρησε αρχικά με ερμηνευτή τον Φώτη Πολυμέρη.
Με το χαμόγελο στα χείλη
φέρνει Άνοιξη μεσ’ τις καρδιές
και σαν τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη
σκορπάει γύρω ευωδιές
 Λίγο νωρίτερα μέσα στη χρονιά του 1940, ο Σπύρος Περιστέρης το διασκευάζει στιχουργικά για μια ακόμα φορά και του δίνει μουσικά το τέμπο του ρεμπέτικου, όπου το τραγούδησαν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο Στράτος Παγιουμτζής. Τίτλος του.. καντσονετο-ρεμπέτικου τραγουδιού: “Μανάβισσα και γαϊδουράκι” και μάλλον εμπνεύσθηκε τον τίτλο και το θέμα από το πρώτο δίστιχο του τρίτου κουπλέ της “Μικρής χωριατοπούλας”.
(Είμαι μανάβισσα στην πένα
με πρώτο πράγμα τρανταχτό
ότι γουστάρει στον καθένα
του σερβίρω πάντα στο λεπτό).
Μουσικά, είναι γεγονός ότι έχει απομακρυνθεί αρκετά από το πρωτότυπο, αλλά είναι ο ίδιος ο Περιστέρης, που στην ετικέτα του δίσκου ομολογεί ως… συνδημιουργό της μουσικής τον Ντι Λατσάρρο.
Στη ρεμπέτικη διαδρομή του έχει ακόμα μια διασκευή, πάλι από το Περιστέρη• “Το μαναβάκι” που λέει για κάποιον νεαρό μανάβη που φωτιές ανάβει στις κοπελιές της γειτονιάς.
Και τα άλλα τραγούδια της νίκης
  “Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του”.. Επιθεωρησιακό τραγούδι που τραγούδησε η Βέμπο σε στίχους του Γιώργου Θίσβιου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Η μελωδία του δεν ήταν άλλη από το οπερετικό τραγούδι του “Ράβει η Βάσω τα προικιά της”.
“Ντούτσε, Ντούτσε”, τραγούδησε ο Νϊκος Γούναρης σε στίχους του Γιώργου Οικονομίδη και σε μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.
“Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός” τραγουδάει η Βέμπο πάνω στη μελωδία της δικιάς της επιτυχίας “Στη Λάρισα βγαίνει ο Αυγερινός”.
Το “Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες” του Αττίκ για τις ανάγκες της πολεμικής επιθεώρησης έγινε: «Μυρωμένα τυριά γκοργκοντζόλες/ μας αφήκαν για κληρονομιά. / Το κακό είναι που μούχλιασαν όλες / και θυμίζουν φασιστική βρωμιά…»Τουλάχιστον έτσι το τραγούδησε η Κάκια Μένδρη.
   Αλλά και το «Μιας δραχμής τα γιασεμιά» με άλλους στίχους έγινε πολεμικό τραγούδι για τις ανάγκες της επιθεώρησης «Μπράβο Κολονέλο».
Γενικά, η όποια τραγουδιστική επιτυχία της εποχής... επιστρατευόταν κι αυτή μέσα στη γενική επιστράτευση αντικαθιστώντας τον δαντελένιο στίχο της με το τραχύ χακί  του “στρατευμένου στίχου” της επικαιρότητας.
“Πω, πω, τι έπαθε ο Μουσολίνι” ερμήνευσε η Βέμπο σε ελληνικούς επίκαιρους στίχους του Πωλ Μενεστρέλ, πάνω σε βαλσάκι του Ιταλού Νίνο Καζιρόλι. Αλλά η απόδοση των στίχων προερχόταν μάλλον από μια προηγούμενη παρωδία του τραγουδιού στα αγγλικά, αφού και ο τίτλος μέσες άκρες θυμίζει τον αγγλικό “What a surprise for the Duche” (Τι έκπληξη για τον Ντούτσε).
Η εθελοντική συστράτευση 
και του απαγορευμένου ρεμπέτικου
   Στα σατιρικά μοτίβα ήταν και τα πολεμικά ρεμπέτικα που ωστόσο, επειδή το ρεμπέτικο ήταν μουσικό είδος απαγορευμένο από το μεταξικό καθεστώς, το ταμπού της απαγόρευσης λειτούργησε καταλυτικά ώστε να μην τραγουδηθούν πλατιά την εποχή της επικαιρότητάς τους και μετά ως εκ τούτου αν δεν ξεχάστηκαν, είναι τουλάχιστο σχεδόν άγνωστα στον περισσότερο κόσμο.
  “Το όνειρο του Μπενίτο” πολεμικό ρεμπέτικο σε στίχους του Μίνωα Μάτσα πάνω στη μελωδία του “Ο Αντώνης, ο βαρκάρης ο Σερέτης” του Γιάννη Παπαϊωάννου. Σε αυτή την εκτέλεση ακούγονται οι φωνές του  Μάρκου Βαμβακάρη και του Απόστολου Χατζηχρήστου.
  “Στον ύπνο σου την έβλεπες” ρεμπέτικο σε στίχους, μουσική και ερμηνεία από τον Γιάννη Παπαϊωάννου.
  “Το κόλπο σου δεν έπιασε φρατέλλο στην Ελλάδα” ρεμπέτικο σε στίχους του Μιχάλη Παπασιδέρη και μουσική του Δημήτρη Σέμση.
  “Θα πάρω το ντουφέκι μου να πάω να πολεμήσω” λέει ο Στέλιος Κερομύτης (1940).
  “Γεια σας φανταράκια μας” . Ο Μάρκος Βαμβακάρης άλλαξε ο ίδιος τους στίχους του ρεμπέτικου τραγουδιού του “Καραντουζένι” που μιλούσε για τεκέδες, ναργιλέδες και μπαγλαμάδες για χάρη του πατριωτικού πνεύματος που κυριαρχούσε και τραγούδησε με την ίδια μουσική για το απαράμιλλο σθένος των φαντάρων στην πρώτη γραμμή. Το τραγουδάει ο ίδιος μαζί με τον Απόστολο Χατζηχρήστο.
Και το FINALE της παράστασης… η αποθέωση
   Έμεινε σαν επίλογος το πιο διάσημο από τα τραγούδια αυτής της σύντομης περιόδου. Δεν είναι σατιρικό, δεν είναι παρωδία, αν και η μουσική του δε είναι πρωτότυπη.
   Προερχόταν από ένα τραγούδι με στίχους ρομαντικούς που παράπεμπαν στην λαγγεμένη Ανατολή και μουσική ανάλογη αργόσυρτη και το οποίο είχε γίνει επιτυχία από τη Σοφία Βέμπο όταν το είχε τραγουδήσει το 1938. Με βάση αυτή τη μελωδία αναδείχτηκε τραγούδι επικό.
   Η Σοφία Βέμπο παράγγειλε στον Μίμη Τραϊφόρο πάνω στη μελωδία της επιτυχίας της "Ζεχρά" των Αιμίλιου Σαββίδη (στίχοι) και Μιχάλη Σουγιούλ (μουσική), να ταιριάξει στίχους επίκαιρους, πατριωτικούς.
   Ο Τραϊφόρος, παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς του για το πώς ένα τόσο γνωστό τραγούδι με χαρακτήρα αισθαντικό, ρομαντικό και μάλιστα με κάπως ανατολίτικο τέμπο και άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους το στίχο με τη μουσική στη συνείδηση του κόσμου, θα μπορούσε να μεταλλαχτεί σε πατριωτικό, για τις απαιτήσεις της εποχής, τραγούδι και από πάνω να γίνει και επιτυχία. Η Βέμπο επέμενε κι ο Τραϊφόρος, τελικά το έκανε.
  Η ρωμαλέα φωνή της Βέμπο το έκανε θούριο!...Παιάνα! “Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά!”
Μεσ' τους δρόμους τριγυρνάνε
οι μανάδες και κοιτάνε
ν' αντικρίσουνε,
τα παιδιά τους π' ορκιστήκαν
στο σταθμό όταν χωριστήκαν
να νικήσουνε.
Μα για 'κείνους που 'χουν φύγει
και η δόξα τους τυλίγει,
ας χαιρόμαστε,
και ποτέ καμιά ας μη κλάψει,
κάθε πόνο της ας κάψει,
κι ας ευχόμαστε:
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.
Λέω σ' όσες αγαπούνε
και για κάποιον ξενυχτούνε
και στενάζουνε,
πως η πίκρα κι η τρεμούλα
σε μια τίμια Ελληνοπούλα,
δεν ταιριάζουνε.
Ελληνίδες του Ζαλόγγου
και της πόλης και του λόγγου
και Πλακιώτισσες,
όσο κι αν πικρά πονούμε
υπερήφανα ας πούμε
σαν Σουλιώτισσες.
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.
Με της νίκης τα κλαδιά,
σας προσμένουμε παιδιά.
 Κι όμως, αυτό το τραγούδι η Βέμπο παραλίγο να το απέρριπτε. Εύρισκε πολύ σκληρό κι άδικο το τελευταίο δίστιχο για τον τιτάνιο αγώνα των φαντάρων στο βουνό το «Αν δεν ερθείτε νικηταί/ να μην έρθετε ποτέ» και ο Τραϊφόρος επί τόπου το άλλαξε σε «Με της νίκης τα κλαδιά/σας προσμένουμε παιδιά». Η τραγουδίστρια αυτή τη φορά ενθουσιάστηκε και το τραγούδησε το ίδιο κιόλας βράδυ από τη σκηνή του θεάτρου.
   Μέσα στην Κατοχή,  αυτό το τραγούδι ήταν η κύρια αιτία, που οι χολωμένοι Ιταλοί αφαίρεσαν την άδεια εργασίας από τη Βέμπο και της απαγόρευσαν να εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή, έστω κι αν, αναγκαστικά, δεν το τραγουδούσε πια.
    Τραγουδιόταν όμως παντού από τον κόσμο. Ακόμα και σε γάμους, πράγμα που οι ίταλικές δυνάμεις Κατοχής το γνώριζαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Η Βέμπο κατάφερε και το 'σκασε στη Μέση Ανατολή, όπου μαζί με άλλους διαφυγόντες καλλιτέχνες έστησαν την "Μονάδα Ψυχαγωγίας του Ελεύθερου Ελληνικού Στρατού".
Πολλά χρόνια αργότερα, φέτος το καλοκαίρι, όπου υπάρχει μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα εμπόλεμης κατάστασης και όχι μόνο σαν και τότε, ήρθε και η σειρά αυτού του τραγουδιού να υποστεί, ιερόσυλα για την ιστορία του, τις συνέπειες μιας παρωδίας για τις ανάγκες επιθεωρησιακού νούμερου με θέμα την ανεργία που μαστίζει τους νέους. Εν προκειμένω το χαμόγελο είναι το τελευταίο και ισχυρότερο όπλο του καταπιεσμένου. Ιδού το:
Παιδιά, της Ελλάδας παιδιά(παρωδία)
(στη μελωδία του «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά»
Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά
που αργά ξενυχτάτε σε μπαράκια πριβέ,
αραχτά με γλυκιά φραπεδιά
στα κινητά σας μιλάτε για νέα κονέ.
Το πρωί αργά που ξυπνάτε
στη καφετέρια και πάλι θα πάτε
γιατί δουλειά δεν υπάρχει καμιά
κι άνεργοι πια τριγυρνάτε,
Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά...
Γιώργος Βλάχος / Δεινοθήσαυρος
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Αιτία θανάτου: Ασιτία !! Οι νεκροί της Κατοχής...   
Τη Μέρα που σημάναν οι Καμπάνες της Λευτεριάς !   
Οι απόκρυφες sexy φωτογραφίες του Χίτλερ και του Μουσολίνι !! Αποκλειστικά πολεμικά ντοκουμέντα !  
Με το χαμόγελο στα χείλη !   
Οι συνταγές της Κατοχής, της πείνας και του... Θανάτου  
Νυχτερινή ζωή, το Πάσχα, στην Αθήνα του 1943 !
Το Πάσχα της ελευθερίας
Ο Καραγκιόζης στο Μέτωπο !
Ήρωες μετά την μάχη
Η αρχαιοκαπηλία την περίοδο της Κατοχής
Η ομαδική εκτέλεση ενός κρητικού χωριού (1941)
Το «όμορφο τέρας» κι άλλες διαβολικές γυναίκες της ναζιστικής εποχής
Οι πίνακες της Κατοχής και τα μικρά παιδιά
Τσολάκογλου : Προδότης ή ρεαλιστής ;
Η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η πρώτη συνάντηση και άλλα συγκινητικά...
Οι τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.