Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Το ωραίο καλοκαίρι γ’

 Μεσημέρι καλοκαιριού, μεσημέρι στη Δήλο, τη Νάξο, τη Σύρο, τη Μήλο και την Αμοργό, 
   κοιτάζεις τη θάλασσα, μισοκλείνεις τα μάτια, σπασμένα γυαλιά που αντανακλούν το φως στο νωχελικό λίκνισμα των κυμάτων, τα κύματα της θάλασσας η αισθητική του μέλλοντος χρόνου, 
   λουτρό από γαλάζιο και λευκό φως (πώς να είναι ο παράδεισος στα καλοκαίρια του;), το δέρμα που τραβάει από την αρμύρα, το δέρμα στα εγκαύματα και τις ιστορίες του πάνω σε άλλα σώματα,
   τα ταξίδια πάνω στο δέρμα ή κάτω από αυτό, τα μικρά παιδιά στην παραλία, τα φτυαράκια, τα κουβαδάκια, τα «έλα έξω» και τα «μη»
   ο ήλιος που σε ζαλίζει, το χέρι της πάνω στην πλάτη σου και έπειτα ένα αρνητικό παλάμης πάνω στο σώμα – το χέρι της - ο ύπνος που σε παίρνει εκεί, ζάλη από μελτέμι, κύμα και αλάτι
   ονειρεύεσαι φωνές παιδιών και παιδιά που παίζουν στο δρόμο κυνηγητό, κρυφτό, κεραμιδάκια, το ψωμοτύρι στο χέρι και η σκόνη του καλοκαιριού, 
   το πότισμα στα χωράφια μέχρι το βράδυ αργά, οι ελιές, τα αυλάκια, η πίεση, οι σπασμένες σωλήνες, τα συντριβάνια του νερού, 
  το βράδυ που πέφτει τρυφερό, εύθραυστο σαν το γιασεμί, η δροσιά της νύχτας, το αγιόκλημα, τα φούλια και οι βασιλικοί, οι κουβέντες μέχρι αργά, η Άρκτος, η Κασσιόπη, ο Δράκοντας, οι Πλειάδες και οι ευχές που δεν προλάβαιναν να ολοκληρωθούν ποτέ
   ονειρεύεσαι ένα καλοκαίρι που δεν θα τελειώσει ποτέ, με καλοκαιρινά πρωινά και πρωινές αγορές, με απόλυτα μεσημέρια της ζέστας και της άπνοιας, με νύχτες δροσερές που ανασαίνουν βαριά στην αγάπη και τα σεντόνια,
   απόγευμα καλοκαιριού, στην παραλία παίξαμε μπάλα με όλες τις φυλές και λιώσαμε στον ιδρώτα, η άμμος κόλλησε σα ρούχο στο δέρμα - η λάσπη μιας ωραίας ζωής – και μια βουτιά στο νερό πριν σκάσεις από τη ζέστη, 
   οι κόκκοι της άμμου ύστερα στα σεντόνια, οι αναπνοές φιλιά και τα κλειστά μάτια, η αγάπη, η αγάπη, η αγάπη 
   – τι θυμάσαι από όλα αυτά τώρα που μεγάλωσες; και αν το να μεγαλώνεις σημαίνει ότι δεν θα ‘χεις πια μνήμες, γιατί μεγαλώνεις;
   βράδια καλοκαιριού ωραία μεσ’ στα mojitos, τα άσπρα φορέματα και τα λινά πουκάμισα, 
   οι περατζάδες στα πλακόστρωτα και τα καλντερίμια, ξεχασμένες μπάντες, lounge μονοτονίες, ας κλείσει κάποιος τον ήχο γιατί το beat είναι πίσω από τους τοίχους ή έξω στους δρόμους, 
   το βράδυ γυρνούσαμε αργά με λαϊκά στο ράδιο, με μουσικές που δε μιλούσε κανείς,  
   μεσημέρι καλοκαιριού στην Σκιάθο, την Ύδρα, τη Ζάκυνθο, τους Παξούς, τα Αιγαιοπελαγίτικα και την Αμμουλιανή, 
   την ώρα αυτή καταλαβαίνεις τη χώρα αυτή, κοιτάζοντας στον ουρανό και βλέποντας το μαύρο στο φως, το φως που σε τυφλώνει, που συσκοτίζει την όραση, που δε σ’ αφήνει να δεις, 
    το φως, το φως, η μέθη, αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις, τα νοήματα της ζωής που τα ζεις και πάλι δεν τα καταλαβαίνεις
    όλα αυτά λίγο πρόχειρα για την αποκατάσταση των πραγμάτων, τώρα που αυτή η χώρα έχει γίνει «πεδίο βολής φτηνό, που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι»
   τώρα που τα καλοκαίρια των επιγόνων ετοιμάζονται για μια καταστροφή, που θα είναι και αυτή ωραία.
ΥΓ: Ας γίνει οτιδήποτε. Ας καεί το Σύμπαν. 
   Αλλά με το φόβο δεν μπορείς να ζεις πια. Ούτε με φόβο ούτε με ενοχές ούτε με ματαιώσεις. 
   Κλείσε το γυαλί και βγες στους δρόμους. Θα συνεχίσεις να ζεις και το τέλος του κόσμου αργεί. 
  Θα κάνεις ένα μακροβούτι κρατώντας το πολύτιμο της ανάσας και θα βγεις πάλι στο φως. Πώς αλλιώς; Μεγάλωσες με γράμματα ελληνικά.
Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.