Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Οι ιδιωτικές στιγμές του παππού και της γιαγιάς !

    Καθόμουν σ΄ένα πεζούλι. Μας χώριζε δηλαδή μια κουρτίνα. Άσπρη, ξέξασπρη κι από τον ήλιο ξεξασπρότερη. Με τρυπούλες που σχημάτιζαν ένα αγγελούδι-έρωτα. Κοφτό! 
   Πανέμορφη κουρτίνα. Που το αεράκι πότε τη σήκωνε και πότε την κατέβαζε. Και γω άλλοτε μπορούσα να κατασκοπεύσω την σκηνή και άλλοτε να την πλάσω.
    Διέκρινα ότι ήταν στρουμπουλή και φορούσε μια ρόμπα, απ΄ αυτές που φοράνε οι γριές στο σπίτι και περπατούσε σαν βαρκούλα. 
    Παλατζάριζε μια δεξιά μια αριστερά. Και γκρίνιαζε. Όπως πήρε τ΄αφτί μου για μια «αχαϊρευτη»
    Και κατά διαστήματα ξεπέταγε και μια κορόνα «δε μιλάς εσύ ε; Και τι να πεις!». Σε λίγο έφτασε και ο «δεν μιλάς εσύ». Αργόσυρτα σέρνοντας τις παντόφλες του…Χς, χς, χς σαν σκιέρ. 
   «Ήθελα νάξερα σε βαρέθκες να γκρινιάζς;» αναρωτήθηκε εκείνος και τράβηξε την καρέκλα να καθίσει. «Κάτσε! Μια ζωή! Τι ανάγκ έχς;». 
   Πήγε να σηκωθεί «Φεύγς; Μια ζωή φευγάτος!». Έμεινε για λίγο εκκρεμής. Μετά τσαμπουκαλεύτηκε με το μυαλό του και κωλοκάθισε αποφασιστικά. 
  «Δεν βαρέθκες να γκρινιάζς ;» μονολόγησε. Πολυβόλο εκείνη. Ασίγαστο. «Εγώ της τάπα αλλά εσύ ήθελα νάξερα δεν μπορούσες….». Την κοίταζε και ξεφύσαγε.  
   Μετά εκείνη άπλωσε την βεντάλια και του είπε για τη ζωή της που χαράμισε για πάρτη του…. 
   Υπολογίζοντας πρόχειρα τα χρόνια της μάλλον αναφέρονταν πριν από 100 χρόνια όταν δηλαδή τον είχε παντρευτεί. 
   Και κείνος αποκρίθηκε «Δεν μ΄αφήνς στην ησυχίαμ. Σύρε παντρέψ κανέναν άλλον»


  Και μετά χτύπησε το χέρι στο τραπέζι και  διέταξε «Δεν φκιάνς κανέναν καφέ λέω εγώ;» και κείνη αντί να του απαντήσει «χέσε με» του είπε «Να σου βάλω και γλυκάκι; Να δούμε πού θα φτας το ζάχαρο!» και κείνος έγνεψε το κεφάλι καταφατικά. 


   Μετά άναψε το πετρογκάζι, έπιασε ένα τσίγκινο κουτί με σήμα τον παπαγάλο και πρόσθεσε καφέ στο νερό και μέτρησε ζάχαρη και ανακάτευε και ανακάτευε λες και είχε χέρι μίξερ. Για να γίνει σωστό το καϊμάκι. Μερακλίδικο. 
   Μετά πάλι σαν βαρκούλα πήρε ένα δίσκο και έβαλε νεράκι κρύο από το ψυγείο. Βγήκαν και οι δυο τους στην αυλή. Η μια ως βαρκούλα, ο άλλος ως σκιέρ. 
  Τράβηξαν την καρέκλα. Τους καλησπέρισα εγώ αμήχανη. Με είδαν δεν με είδαν; 
  Κι ύστερα εκείνος ρούφηξε με δύναμη…. «ΑΑΑΑχχχχ!» είπε με ευχαρίστηση. «Ωραίο καφέ φκιάνς!»
   Εκείνη κούνησε το κεφάλι κολακευμένη και αυτόματα το έστριψε σαν να μην μάσαγε από τέτοια κοπλιμέντα. 
  Τους άφησα ενώ εκείνος της έλεγε «Σήχασες τώρα;». Και κείνη γύρισε το κεφάλι της αλλού.


   Ένα ζευγαράκι αιώνιο. Ένα σπίτι που άδειαζε χρόνο με τον χρόνο. Ξέμενε από παρουσίες, από φωνές. Παιδιά που πέταξαν σαν πουλιά. Φωτογραφίες επάνω στον μπουφέ. Κι έμειναν μόνοι. 
 

 Δυο άνθρωποι, δυο κορμιά. Πνεύματα πρόθυμα, σάρκες αδύναμες. Πόσα χιλιόμετρα να βγάλει και η έρμη η σαρξ; Κι έμειναν…. 


 
   Δυο άνθρωποι να γκρινιάζουν, να γκρινιάζουν, να καβγαδίζουν…. Τελικά τα γερόντια κάνουν σεξ καβγαδίζοντας.
 «Σήχασες τώρα;» τη ρώτησε. Κι έτσι προφανώς ολοκλήρωσαν! 
Πρωταγωνιστές / Ρέα Βιτάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.