Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Τηγανητός μπακαλιάρος : Το ψάρι του φτωχού !

  «Τα δύο πανηγύρια Βαγγελισμού και Βαγιώνε φέρνουνε πάλε στους χριστιανούς την άδεια να φάνε το ψάρι. 
  Μια όρεξη βασταμένη είναι ένας σκλάβος αλυσοδεμένος. Μόλις δοθή η άδεια του φαγητού, οι χριστιανοί τρέχουνε στο Μαρκάτο. 
   Τα μπακάλικα τότις έχουνε Γκρεάτ Εξημπισιόν μπακαλάοι και στοκοφίσια μοσκεμένα κι αμόσκευτα και σαλούμια κάθε λογήςείναι όλα εκθεμένα εις την θρησκευτική όρεξη των χριστιανώνε»
   Αυτά έλεγε ο Ανδρέας Λασκαράτος το 1856 στο βιβλίο του "Τα μυστήρια της Κεφαλλονιάς" λίγο προτού αφοριστεί από την Εκκλησία για την αντικληρική του σάτιρα. 
   Μαθαίνουμε λοιπόν ότι από τότε  ο μπακαλιάρος είτε υγράλατος (μουσκεμένος), όπως συνηθίζουμε να τον τρώμε, είτε αποξηραμένος στον αέρα (στοκοφίσι) αποτελούσε το κύριο έδεσμα στις μεγάλες χριστιανικές γιορτές του Ευαγγελισμού και της Κυριακής των Βαΐων.
   Οι δύο αυτές ημέρες είναι οι μόνες κατά τη διάρκεια της νηστείας της Σαρακοστής που επιτρέπεται η ψαροφαγία.  
   Ωστόσο, φτωχός λαός καθώς ήμασταν, το φρέσκο ψάρι δύσκολα έμπαινε στα περισσότερα σπίτια. Μιλάμε για τέτοια ένδεια, που όποιος δεν μπορούσε να αγοράσει ψάρι έπρεπε να περάσει στο στόμα του ένα κόκαλο ψαριού, για το καλό. 
   Ο παστός μπακαλιάρος όμως ήταν φτηνός (καθώς οι θάλασσες του Βορείου Ατλαντικού ήταν γεμάτες), διατηρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο κελάρι και έτσι οι κάτοικοι που δεν είχαν κοντά τους θάλασσα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο ψάρι. 
   Παντού έφτανε, συντηρημένος μέσα στο αλάτι του και βαλμένος τακτικά σε στρώσεις μέσα σε χάρτινα κιβώτια του μπακάλη. 
   Ακόμη όμως και σε μέρη που είναι κοντά σε θάλασσα, επειδή συχνά, λόγω κακοκαιρίας ή λόγω φάσης του φεγγαριού, δεν τύχαινε να υπάρχουν αρκετά φρέσκα ψάρια στην αγορά, επέλεγαν τον παστό μπακαλιάρο, που είναι πάντα διαθέσιμος. 
   Εξάλλου, πρόκειται για έδεσμα που αρέσει, οπότε πολλοί τον προτιμούν ούτως ή άλλως, ακόμη και αν έχουν πρόσβαση σε φρέσκο ψάρι. 
   Κάπως έτσι το «ψάρι του φτωχού» ή «φτωχογιάννης» έγινε το καθιερωμένο φαγητό του Ευαγγελισμού και της Κυριακής των Βαΐων, συνοδευόμενο από σκορδαλιά ή αλιάδα, όπως τη λένε στα Επτάνησα. 
   Εικάζεται πως ο παστός μπακαλιάρος ήρθε στην Ελλάδα με τους Άγγλους, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. 
   Οι πελοποννήσιοι ναυτικοί, που μετέφεραν τότε για λογαριασμό τους σταφίδα από τα λιμάνια της Πάτρας και της Καλαμάτας, πληρώνονταν σε παστό μπακαλιάρο. Μια που τον είχαμε λοιπόν, έπρεπε να μάθουμε και να τον τρώμε. 
   Ποιο είναι το πλέον διαδεδομένο φαγητό των Άγγλων ; Το fish and chips, δηλαδή ψάρι τηγανητό (συνήθως μπακαλιάρος) με πατάτες. Οι Εγγλέζοι λοιπόν πρώτα μας έφεραν τον μπακαλιάρο και έπειτα μας έμαθαν να τον τηγανίζουμε με κουρκούτι, όπως και εκείνοι. 
   Και, καθώς είναι νόστιμος έτσι, τον τιμήσαμε δεόντως. Έγινε ελληνικός, ταυτίστηκε με τη μεγάλη εθνική μας γιορτή και εγκαταστάθηκε όλον τον χρόνο ως δημοφιλές πιάτο στις αθηναϊκές ταβέρνες. 
   Εκεί, με μια καράφα κρασί συνόδευε τις παρέες των μικροφιλοσοφούντων μεροκαματιάρηδων που έπιναν για να πάνε κάτω τα φαρμάκια της καθημερινότητας. 
  Φαίνεται πως είναι το κοινό στοιχείο που συνέδεε εκείνους με τον μεγάλο φιλόσοφο Καντ, για τον οποίο λέγεται ότι ο παστός μπακαλιάρος ήταν το αγαπημένο του φαγητό.
ΜΕΛΙΣΣΑ ΣΤΟΙΛΗ / Βήμα Gourmet
Κάτι παρόμοιο στο blog:
Και γαύρο έχω...!   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.