Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Θάλαττα... Θάλαττα

  Η κυρία αυτή έμοιαζε με ουρητήριο. Από τα παλιά. Τα στρογγυλά. Τα τσίγκινα. Όμως φορούσε ένα αξιοπρεπέστατο λινό καπέλο με μοντέρνα κορδέλα. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μια τσάντα με τα σύνεργα του μπάνιου. 
                                                                                                                                                                                                      Στο αριστερό ένα κοριτσάκι, τόσο αδύνατο, που δεν μπορούσες να το περάσεις μπροστά από σκυλί, γιατί θα το νόμιζε για κόκαλο.
Το κοριτσάκι ρωτούσε με μια φωνή εκνευριστική:
-Πότε θα κάνουμε μπάνιο, μαμά;

 Η θάλασσα είδε την κυρία και ανατρίχιασε. Οι ανατριχίλες της θάλασσας λέγονται ριπές ανέμου. Επειδή ήταν Κυριακή, η θάλασσα είχε παρακαλέσει τον νότιο άνεμο:
                                                                                                                                                                -Δεν φυσάτε ολίγον, σας παρακαλώ, να γεμίσει η ακτή μου σκουπίδια; Ξέρετε τας Κυριακάς έρχονται οι περισσότεροι άπλυτοι και δεν μπορώ να υποφέρω τα απορρυπαντικά. Η Κυριακή είναι μια φρικτή μέρα.
Ο νότιος άνεμος ηρνήθη.
-Το σωματείο μας δεν μας επιτρέπει να εργαζόμαστε τας Κυριακάς.
  Έτσι όλη η παραλία είχε γεμίσει από ένα αλλοπρόσαλλο κόσμο. Οι περισσότεροι είχαν την εντύπωση ότι η καθαριότης σημαίνει να αλμυρίζεσαι μια φορά την εβδομάδα.
  Υπήρχαν όμως και πολύ ωραίες δεσποινίδες , ξαλμυρισμένες εκτός θαλάσσης τας καθημερινάς. Νέοι έφηβοι Καβαφικοί, παίζανε τις ρακέτες και εις το βάθος του ορίζοντος διεγράφοντο ιστία από ιστιοφόρα.
  Η Κυριακή είναι μια θαυμάσια μέρα υπό τον όρον να περάσεις το καλοκαίρι στην ύπαιθρο και τον χειμώνα οπουδήποτε.
   Η χοντρή κυρία, φόρεσε το μαγιό της. Τα μαγιό χρησιμεύουν να κρύψουν τις ασχήμιες. Από τα χέρια της τρέχανε πάχη περιττά, από τα πόδια της δεν έτρεχε τίποτα, διότι τα πόδια της δεν μοιάζανε με πόδια. Φαίνεται ότι έκανε σχετική δίαιτα, γιατί της ήταν αδύνατο να κάνει ασκήσεις.
   Το παιδί κόκαλο φόρεσε μια κουλούρα. Η ανατροφή των παιδιών έγκειται στο να τα ταΐζεις κουλούρια όταν τα βγάζεις έξω και μνα τους φοράς μια λαστιχένια κουλούρα όταν τα ρίξεις στην θάλασσα Περισσότερα παιδιά έχουν πνιγεί καταπίνοντας κουλούρια παρά κολυμπώντας.
   Μια παρέα αναιδών, από κείνους που καπνίζουν τσιγάρα αμερικάνικα, και χορεύουν τις νύχτες στα κλαμπ, είχε πιάσει ένα βραχάκι μακριά από τον κόσμο, έτσι σαν να είχε εγκαταστήσει ένα μικρό αριστοκρατικό φέουδο, στο οποίο απαγορευόταν η προσέγγισις κοινών θνητών. 
  Συνήθως αυτές οι παρέες φωνάζουν ο ένας στον άλλον: «Χου-χου» ή «Γιούπι», στέλνουν τον πιο κουτό να φέρει τυρόπιτες και πορτοκα-λάδες, λένε ανέκδοτα σόκιν και δεν ντρέπονται καθόλου, μόνο σιχαίνονται γιατί η θάλασσα είναι κοινή με τους άλλους Κυριακάτικους.

   Κάτι Κυριακάτικους, που φοράνε μουστάκι, που είναι αναιδείς σε βλέμματα για τις ξένες γυναίκες, που προσπαθούν να κάνουν επιδείξεις με τούμπες, με λαβές πάλης, με πλονζόν στο βόλλεϋ και μ’ ένα λεξικό που κυριρχεί η φράση «να πούμε».
    Το δεύτερο συστατικό τους είναι η καζούρα. Όταν είδανε την κυρία που έμοιαζε με τσίγκινη βεσπασιανή, φώναξε ο ένας στον άλλον: 
                                                                                -Ρε Βαγγέλη, ο μπούρτζης πέφτει στη θάλασσα.

   Και γελάσανε όλοι οι Βαγγέληδες, πάρα πολύ. Μόνο η καημένη η κυρία καταλυπήθηκε, και σε αντίβαρι, έδειξε το λιπόσαρκο κοριτσάκι της, γεμάτη λύπη που δεν μπορούσε να του κάνει λίγη μετάγγιση λίπους.
  Όλα τ’ άλλα ήταν πολύ ωραία.
Τα πεύκα γεμάτα κάμπιες.
Οι ρίζες των πεύκων γεμάτες λαδόχαρτα.
Η άσφαλτος καφτερή. Στις Μαρίνες, ξεκουραζόντουσαν μερικά σκάφη, κομψά σαν Παριζιάνες μανεκέν.
Στο βάθος ήταν αγκυροβολημένα κότερα και γιωτ.
  Αυτοί που βλέπουν τα γιωτ σκέφτονται «να ‘χαμε ένα τέτοιο» ή τουλάχιστον «να ‘μαστε μέσα». Αλλά ποτέ κανείς από κείνους που ποθούν να μπουν σ’ ένα γιωτ δεν μπαίνει σε γιωτ, εκτός αν έχει τα μέσα να ναυτολογηθεί.
   Οι ιδιοκτήτες των γιωτ καπνίζουνε πούρα. Όταν το φτάσουνε στη μέση το πετάνε στην θάλασσα.
-Μη βρωμίζετε τας περιοχάς, ένθα συχνάζουν κολυμβηταί.
Διατάσσουν οι ακτοφυλακές.
   Ένα πούρο των 60 δρχ. ποτέ δεν βρωμίζει περιοχάς. Ίσως μόνο στο μέρος που ακούμπησε το στόμα του καπνιστού του.
Όλα τα’ άλλα είναι κοινά.
   Ανθρωπάκια που φτιάσανε κεφτέδες και τους τυλίξανε στο χαρτί. Οι κυρίες τους που γυρεύουνε κάπου να κόψουνε την ντομάτα. Ένας μικρός που τρώει καρπαζιά γιατί ξέχασε το αλάτι. Το τυρί φέτα που αρχίζει να κιτρινίζει. 
   Οι άλλοι που ζητάνε πάγο. Οι άλλοι που ζητάνε σκιά. Όταν βρούνε, ανακαλύπτουν ότι η σκιά είναι γεμάτη έντομα. Κάποιος που τοποθετεί μια κουρελού με την ελπίδα να κοιμηθεί. Δίπλα παιδιά παίζουνε μπάλα.
Ο κοσμάκης κι η θάλασσά του.
Κι όλοι λένε:
-Τι ωραία που είναι η θάλασσα!
Τότε παίρνουνε μια βαθιά αναπνοή, γιατί η θάλασσα έχει ιώδιο. Περισσότερο ιώδιο μπορείτε να βρείτε σ’ ένα φαρμακείο.
   Ο κοσμάκης κατηγορία Άλφα δύο.
-Αυτό το μαγαζί είναι το φτηνότερο και μαγειρεύει και καλά.
   Το μαγαζί δεν είναι φτηνότερο άλλα δείχνει φτηνότερο, γιατί έχει πιο λαδωμένα και πιο μανταρισμένα τραπεζομάντηλα. Το γκαρσόνι, επιστράτευση κυριακάτικη, έρχεται νωχελικά και πετάει ένα κατάλογο. 
  Για να δείξει ότι είναι ανώτερος βρίζει τον βοηθό, που με την σειρά του βρίζει τον καταστηματάρχη, αλλά κρυφά. Η κυρία του καταστηματάρχου κάθεται στο ταμείο σοβαρή, πάντοτε όμως κάνει εις βάρος των πελατών.
Φρέσκα ψάρια (Δεν θα τα βρείτε ποτέ).
Το κιλό δρχ… (Τις δραχμές θα τις βρείτε).
-Έχετε καλαμαράκια;
Το καλαμαράκι είναι φτηνή θαλασσινή απόδειξη. Συνήθως τα μικρά καλαμαράκια είναι κομμάτια από τεράστιες καλαμαρομάνες.
 


  Για τα παιδιά δεν παραγγέλνονται καλαμαράκια. Τα παιδιά θέλουν πατάτες τηγανητές. Το Κυριακάτικο γκαρσόνι περιφρονεί και τα παιδιά και τις τηγανητές πατάτες. Αυτό μπορούν μα το βεβαιώσουν όλα τα τζιτζίκια της περιφέρειας.
   Τα τζιτζίκια είναι οι τενόροι της χαράς της υπαίθρου. Αν τα τζιτζίκια είχανε ένα Βέρντι ή ένα Ροσσίνι, δεν θα υπήρχε ούτε ο Ριγολέτος ούτε ο Κουρέας της Σεβίλλης. Το μόνο τους ελάττωμα είναι ότι φλυαρούν κολεοπτερικά μέχρι την ημέρα που αποξηραίνονται.
   Η χοντρή κυρία, έχει πέσει στην θάλασσα και φωνάζει στην μικρή με την κουλούρα να μην απομακρύνεται.
   Η μικρή απομακρύνεται. Η χάρις των παιδιών είναι να κάνουν πάντα το αντίθετο από κείνο που τους λες. Από την στιγμή που σε υπακούουν πρέπει να είσαι βέβαιος ότι έχεις να κάνεις μ’ ένα παιδί ανώμαλο.
   ‘Ένας νέος κάθεται στον ήλιο και μια νέα κάθεται κι αυτή στον ήλιο. Ακουμπούν τα κεφάλια τους. Τα σώματά τους είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Σίγουρα της λέει ότι την αγαπάει και ότι θα την παντρευτεί. 

   Η αμαρτία αρχίζει πολύ εύκολα από την θάλασσα και καταλήγει σε δάκρυα εγκαταλείψεως, Το φθινόπωρο αυτή θα τρέχει πίσω από ένα μοτοσακό και αυτός θα φοράει σακάκι και θα λέει σε κάποιαν άλλη ότι θα την παντρευτεί.
   Κάποτε θα παντρευτεί. Όταν περάσουν τα χρόνια θα αντιληφθεί ότι είναι κάτοχος μιας κυρίας σαν και αυτή που κολυμπάει στην θάλασσα, θα θέλει να τραβήξει τα μαλλιά του, αλλά και αυτός δεν θα ‘χει πια μαλλιά και δεν θα πηγαίνει στην θάλασσα από ντροπή μη φανεί η κοιλιά του που έχει γίνει σαν τουλουμάκι.
   Στα εστιατόρια πρώτης κατηγορίας, είναι σταματημένα τα Ι.Χ. Εδώ κάνει κουμάντο ο μπαμπάς, δηλαδή το πορτοφόλι του, ζητάει ένα καλό τραπέζι, του δίνουν ότι έχουν και καμαρώνει γιατί πέτυχε τραπέζι.
   Λέει στην κυρία του «Πόπη εσύ θα καθίσεις εκεί». Και η Πόπη κάθεται εκεί αλλά πολύ δυσαρεστημένη για την διαταγή.
   Ο μπαμπάς πάντα προφυλακτικός, τοποθετεί την μεγάλη κόρη με την ράχη προς την σάλα, δεν ξέρεις τι γίνεται, και την μικρή κοντά του. Πάντα οι μπαμπάδες έχουν αδυναμία στην μικρή κόρη γιατί υπολογίζουν ότι χρειάζονται μερικά χρόνια μέχρι να τους την σκάσει. Τον γιο, καμάρι, διάδοχο και αντιπαθέστατο τον βάζει πάλι δίπλα του για το δικαίωμα του ελέγχου.
   Οι γιοι που ξεπερνάνε τα δώδεκα χρόνια, σιχαίνονται τρομερά τις οικογενειακές Κυριακάτικες εκδρομές, έχουν όμως μια φωτογραφική μηχανή, αξιώσεις «δωσ’ μου ένα δεκάρικο να πάρω φιλμ», φιλμ έχει αλλά βουτάει το δεκάρικο για τις απογευματινές του ανάγκες. Συνοικιακός κινηματογράφος, φυστίκια, και ενίοτε κάνα τσιγαράκι.
   Εδώ η οικογένεια δεν κοιτάει τιμές καταλόγου, αλλά ζητάει κάτι εκλεκτό.
Άμα ζητάς εκλεκτό οπωσδήποτε θα σε ταΐσουν το χειρότερο’
Στο ταΐζουνε όμως με χαμόγελο.
   Και με ξενικές εκφράσεις.
-Σως πικάντ.
-Βολοβάν αλά φινανσιέρ.
-Μπιντόκ αλά ρους.
   Το μπιντόκ αλά ρους είναι παλιοκιμάς κατεψυγμένος μ’ ένα αυγό που ‘χει γεννήσει μια μακαρίτισσα κότα. Έχει όμως θαυμάσιο όνομα και ο διάδοχος θέλει τέτοιο.
Ο μπαμπάς που δεν ξέρει τα μπιντόκ συμφωνεί γιατί είναι πιο φτηνό στον κατάλογο. Το κρασί όμως το θέλει παγωμένο και ρωτάει την γυναίκα του.
-Τι μάρκα να πάρομε, Πόπη;
Η Πόπη δεν ξέρει ούτε από μάρκες κρασιών, ούτε από μάρκες αυτοκινήτων. Η Πόπη πεινάει. Όλες οι Πόπες πεινάνε όταν φύγουνε από την κουζίνα τους γιατί όταν είναι εκεί έχουν κιόλας φάει. 
   Τότε δεν έχουν όρεξη και έχουν κάτι ανεξήγητα πονάκια, που κάθε μέρα μεταφέρονται και σε άλλο μέλος του σώματος.
-Ωχ τα πόδια μου.
-Ωχ η πλάτη μου.
-Ωχ η κοιλιά μου.
   Όποιος παντρεύεται μια αστική Πόπη, πρέπει να έχει σπίτι εσωτερικό ιατρό. Αυτός είναι ο λόγος που οι Πόπες δεν πεθαίνουν ποτέ αλλά γίνονται χήρες.
   Η χοντρή κυρία πλέει μέσα σε κύματα απελπισίας. Το μικρό με την κουλούρα έχει απομακρυνθεί τόσο πολύ, που φαντάζεται ότι θα χαθεί στα βάθη των ωκεανών. 
   Κατά την πραγμα-τικότητα δεν υπάρχει κανένας φόβος, δίπλα στην κουλούρα κολυμπάει ένας σωρό κόσμος, μερικοί κάνουν επίδειξη κρόουλ, άλλοι παίζουνε μπάλα, άλλοι έχουνε μουλιάσει και πολλοί νεαροί φωνάζουν «λίγο ακόμα μαμά και βγαίνω»
  Το προνόμιο των παιδιών είναι ότι μπορούν να μείνουν μια ολόκληρη μέρα στο νερό και το μειονέκτημα των γονέων είναι ότι δεν μπορούν να τα μαζέψουν.
   Τώρα έρχεται η Ιστορία με το κρις κραφτ.
Κάνει βόλτες, ανάμεσα στους κολυμβητές. Αναιδείς βόλτες με έξυπνους ελιγμούς, με επιδεξιότητα, τρέχει, σταματάει, φρενάρει, μαρσάρει.


   Το κρις κραφτ έρχεται κατευθείαν επάνω στο κοριτσάκι με την κουλούρα.
Η μαμά το βλέπει και κοντεύει να χάσει όλο το λίπος της στην θάλασσα. Λίγο ακόμα και το κοριτσάκι θα γίνει ένα από κείνα τα παιχνίδια που τα συναρμολογείς και γίνονται στο τέλος ένας θαυμάσιος σκελετός.
   Η μαμά φωνάζει «α».
Το κρις κραφτ το αντιλαμβάνεται την τελευταία στιγμή.
   Κόβει, σταματάει, στρίβει και γλιτώνει το κοριτσάκι.
Μερικοί το παραλαμβάνουν.
    Ο άνθρωπος του κρις κραφτ, μέλος μιας ανωτέρας τάξεως γίνεται έξω φρενών.
-Δεν προσέχετε λιγάκι, γαϊδούρια;
Και έχει δίκιο. Τα γαϊδούρια δεν προσέχουν ποτέ.Νίκος Τσιφόρος / 
Άνθρωποι και ανθρωπάκια
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Το χαριτωμένο παιδάκι Νίκος Τσιφόρος
Δες όλες τις καλοκαιρινές αναρτήσεις του "Λόλα, να ένα άλλο" και επέλεξε αυτές που σε ενδιαφέρουν:  Καλοκαιρινές αναρτήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.