Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το σπάσιμο των πιάτων, ο Ντασέν, ο Ωνάσης και άλλα διασκεδαστικά !

   Οι Ελληνες απολαμβάνουν να σπάνε διάφορα πράγματα. Η έκφραση "Σπάστα" αντιπροσωπεύει το κέφι και το χορό.
   Το σπάσιμο πιάτων είναι θεαματικό ελληνικό λαογραφικό έθιμο που κρατά από την αρχαιότητα και ξορκίζει το κακό, έχει συνδεθεί με το παραδοσιακό ελληνικό γλέντι και είναι ακράδαντο δείγμα ελληνικού ξεφαντώματος και κεφιού. 
  Συνηθίζεται κυρίως στα νυχτερινά κέντρα. Είναι ένα από τα έθιμα που συνόδευαν κάθε ελληνικό γλέντι και τώρα πια τείνει να εξαφανιστεί. Σε λίγα μέρη στην επαρχία και στο εξωτερικό όμως ζει και βασιλεύει.
  Οι ρίζες αυτής της συνήθειας βρίσκονται στο 1930 όπου πετούσαν μαχαίρια στα πόδια των χορευτών,ένδειξη σεβασμού και ανδρισμού. Λόγω των τραυματισμών, το έθιμο άλλαξε και τα μαχαίρια έγιναν πιάτα. 
 Παρ' όλο που το σπάσιμο των πιάτων στα γλέντια ήταν συνηθισμένο σε όλη την Ελλάδα, έγινε της μόδας επί Ωνάση, την περίοδο της άνθησης των κέντρων με μπουζούκια. 

Εκτέλεση
  Το σπάσιμο πιάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής διασκέδασης. Τα πιάτα που προορίζονται για σπάσιμο δεν είναι της κουζίνας. Είναι κατασκευασμένα από γύψο, προκειμένου ν΄ αποφευχθούν τραυματισμοί, γιαυτό και είναι εύθραυστα και τα θρύμματα δεν κόβουν.
  Όταν μερακλώνει ο θαμώνας παραγγέλνει μια ντουζίνα πιάτα, τα οποία το γκαρσόν πρέπει να φέρει και είτε να τα σπάσει στη πίστα μπροστά στη τραγουδίστρια, είτε να τα αφήσει στο τραπέζι του θαμώνα προκειμένου ο ίδιος να προβεί στην εκτέλεση, ρίχνοντάς τα στη πίστα είτε όλα μαζί, είτε ένα - ένα. 
  Το σπάσιμο γίνεται δε με ιδιαίτερη τέχνη. Το γκαρσόν κρατάει στο δεξί ένα πιάτο, με το οποίο εν είδη πέλεκυ σφυρηλατεί τα υπόλοιπα που έχει στοιβαγμένα και τα κρατάει στο αριστερό. Ένα μετά το άλλο τα πιάτα θρυμματίζονται και πέφτουν στο πάτωμα, ενώ στο τέλος παραμένει αυτό που έχει στο δεξί, και το πετάει κάτω. Κατά τη διάρκεια της σκηνής το γκαρσόν είναι γονατιστό με το ένα πόδι.
  Ιδιαίτερο εφέ γίνεται όταν τα πιάτα πριν το σπάσιμο στοιβάζονται στη σκηνή, δημιουργώντας δύο ή και περισσότερες στοίβες ψηλές, ενώ στην κορυφή τοποθετείται ένα ποτήρι με αλκοολούχο ποτό, και τα πιάτα όλα καταβρέχονται με οινόπνευμα. Το γκαρσόν κάνει τα πιάτα φλαμπέ, ενώ ο τραγουδιστής αρχίζει τη παράσταση. Στο πρώτο ρεφρέν, το γκαρσόν αρχίζει να σπάει τα πιάτα, ένα μετά το άλλο, ενώ η φωτιά αναζωπυρώνει και τελικά σβήνει.
Μερικές πληροφορίες
Φαίνεται πως λόγω κρίσης υποχωρεί και η συνήθεια του σπασίματος των πιάτων στις νυκτερινές πίστες, οπότε φροντίζουμε για την ιστόρησή της. Ανέκαθεν κάποιοι που μεράκλωναν, κυρίως σε λαϊκά κέντρα, έσπαγαν ό,τι βρισκόταν στο τραπέζι τους, καρέκλες, κορνίζες, ακόμη και πιάνα. Ακολούθως φρόντιζαν να πληρώσουν το κόστος. Όποτε μάλλον περιορισμένος ήταν ο αριθμός εκείνων που ήθελαν να πληρώνουν τα σπασμένα. 
  Ένας πανέξυπνος επιχειρηματίας νυκτερινών κέντρων, ο Μπαμπαβέας, το 1931 άνοιξε το καμπαρέ Folies d’ été στο τέρμα της Ηρώδου του Αττικού. Με μεθυστική αργεντίνικη μουσική, διαβατάρικες πεταλούδες του Παρισιού και ρώσικο μπαλέτο κατόρθωσε να βρεθεί το μαγαζί του στο επίκεντρο της νυκτερινής ζωής της πόλης.
  Ο επιχειρηματίας δεν χρέωνε στους καλούς πελάτες τα σπασμένα. Όταν όμως αυξήθηκαν οι θεριακλήδες, επανήλθε το παλαιό καθεστώς. Όποιος έσπαγε πλήρωνε και μάλιστα αδρά. Χωρίς υπερβολές θα περάσουν περίπου τρεις δεκαετίες. 
  Το σπάσιμο το πιάτων ήταν γνωστό αλλά όχι καθιερωμένο, όπως έφτασε στις ημέρες μας. Στην επέκταση του φαινομένου βοήθησε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60. 
  Ούτε λίγο ούτε πολύ, το σπάσιμο φάνηκε ως εθνικό σπορ. Τότε μάλιστα εφευρέθηκε και η χρήση των πιάτων δεύτερης διαλογής, οπότε και επισήμως η συνήθεια εισήλθε στην καθημερινότητα της διασκέδασης.
   Ο Ζυλ Ντασσέν χρειάσθηκε να επαναλάβει τη σκηνή του σπασίματος των πιάτων αρκετές φορές. Φρόντισε δε να εξασφαλισθούν πιάτα που έβγαιναν ελαττωματικά από τους φούρνους των εργοστασίων. Εντός της δεκαετίας της ’60 έφθασαν να σπάζονται 100 χιλιάδες πιάτα το μήνα, ενώ γεννήθηκαν καμιά πενηνταριά βιοτεχνίες και βρήκαν εργασία περίπου χίλιοι άνθρωποι για να καλύπτονται οι ανάγκες των μερακλήδων. 
  Ακολούθησαν αργότερα τα γύψινα αντίγραφα πιάτων για να αποφεύγονται οι τραυματισμοί και να μειώνεται το κόστος.
Το σπάσιμο των πιάτων και η Χούντα
  Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 το φαινόμενο του σπασίματος των πιάτων στα κέντρα προκαλούσε σοβαρούς τραυματισμούς, άγριους καβγάδες, μαχαιρώματα, φόνους αλλά και νομολογία! 
  Αντίθετα απ’ όσα έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα, το στρατιωτικό καθεστώς, το 1968, εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα (τέλος 1967-αρχές 1968) με το οποίο έκανε ιδιώνυμο αδίκημα το σπάσιμο των πιάτων. Προβλεπόταν φυλάκιση από έξι μήνες μέχρι πέντε χρόνια για όποιον θα προκαλούσε ή θα διέγειρε το κοινό συναίσθημα καταστρέφοντας κινητά πράγματα σε κέντρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν βεβαίως και τα πιάτα. 
  Σε πανελλήνιο επίκεντρο μεγάλων «πιατομαχιών» ήταν τα παραλιακά κέντρα «Νεράιδα» και «Δειλινά».
  Και ποιος δεν παραπέμφθηκε για το αδίκημα αυτό. Μέχρι τον Ομάρ Σαρίφ έστειλαν κατηγορούμενο, το καλοκαίρι του 1971, όταν είχε βρεθεί στη χώρα μας για το γύρισμα της ταινίας «Διαρρήκτες». 
  Αλλά προέκυψε «θέμα» έναν χρόνο αργότερα, όταν δικηγόρος των Αθηνών απευθύνθηκε στον Εισαγγελέα και κοινοποίησε στον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Στυλιανό Παττακό αναφορά, με την οποία ζητούσε την καταδίκη των Ωνάσηδων, πατέρα και υιού. 
 Ωστόσο, οι φωτογραφίες που είχαν προσκομισθεί έδειχναν ως «δράστριες» δύο καλλονές. Τη γνωστή Ιταλίδα ηθοποιό και μοντέλο Έλσα Μαρτινέλι και την Οντίλ Ροντέ, την πρώτη και μυστική αγάπη του αδικοχαμένου Αλέξανδρου Ωνάση. 
  Ο Παττακός έστειλε την υπόθεση στη Δικαιοσύνη οπότε βρέθηκαν κατηγορούμενες οι δύο κοπέλες, η ιδιοκτήτρια του κέντρου «Νεράϊδα» Ελένη Καπετανάκη Παμέλα και ο διευθυντής Νικόλαος Λελάκης. Το ζήτημα έπαιρνε πλέον μεγάλες διαστάσεις. Τα προβλήματα που προκαλούσε το νομοθετικό διάταγμα ήταν μάλλον περισσότερα από εκείνα που είχε κληθεί να λύσει. 
  Οπότε, ακολούθησαν «ειδικές γνωμοδοτήσεις» που κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αδίκημα όταν οι παρευρισκόμενοι αποδέχονταν την αντικοινωνική συμπεριφορά εκείνου που έσπαγε τα πιάτα. Όπως συνέβαινε –προφανώς– με τον Αριστοτέλη Ωνάση και την παρέα του που αθωώθηκαν μαζί με τους υπεύθυνους του κέντρου.
Ποτήρια πιάτα όλα τα 'χω σπάσει
ο κόσμος θα χαλάσει ο κόσμος θα χαλάσει
δέκα μου μεροκάματα απόψε θα τα φάω
όλοι γελούν με μένανε και γω μ' όλους γελάω 
Μικρός ρωμιός
Βικιπαίδεια


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.