Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο Ντίκενς και η "ανακάλυψη" των Χριστουγέννων !

Η γαλοπούλα του Ντίκενς 
Πώς ο Άγγλος μυθιστοριογράφος έδωσε στην εορτή των Χριστουγέννων το σημερινό της νόημα 
   Mοιάζει απίθανο αλλά η καθιέρωση της γαλοπούλας ως κύριου πιάτου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι οφείλεται σε ένα μυθιστόρημα, τα "Χριστουγεννιάτικα κάλαντα" του Καρόλου Ντίκενς. 
  Εκεί, περί το τέλος του βιβλίου, ο μετανοημένος και μεταμορφωμένος πρωταγωνιστής του, ο μισάνθρωπος και τσιγκούνης Εμπενίζερ Σκρουτζ προσφέρει μια γαλοπούλα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι της οικογένειας του υπαλλήλου του Μπομπ Κράτσιτ η οποία ζούσε σε συνθήκες μεγάλης ένδειας. 
  Ως τότε το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο πιάτο ήταν η ψητή χήνα. Από το 1843, όταν εκδόθηκε το μυθιστόρημα, η χήνα αντικαταστάθηκε από τη γαλοπούλα και έτσι θα έλεγε κανείς ότι ήταν σαν ο Ντίκενς να προέβλεπε τον μεταγενέστερο αφορισμό ενός εντελώς διαφορετικού συγγραφέα, του Οσκαρ Γουάιλντ, ότι «η ζωή αντιγράφει την τέχνη».
Χριστουγεννιάτικα κάλαντα 
Ο Ολιβερ Τουίστ, οι Μεγάλες προσδοκίες, ο Ζοφερός οίκος και ο Δαβίδ Κόπερφιλντ είναι τα μεγάλα μυθιστορήματα στα οποία οφείλει τη φήμη του παγκοσμίως ο Ντίκενς,
   γι΄ αυτό και η μεγάλη πλειονότητα των αναλύσεων και των κριτικών κειμένων που έχουν γραφεί για τον διασημότερο βρετανό συγγραφέα του 20ού αιώνα αφορά τα παραπάνω έργα. 
  Ο Λες Στάντιφορντ όμως (παλαιότερα συγγραφέας ιστοριών μυστηρίου που πέρασε πρόσφατα στη λαϊκή ιστοριογραφία) έχει διαφορετική άποψη. 
  Τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα, που εξακολουθούν να διαβάζονται από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, είναι, όπως υποστηρίζει, όχι μόνο εξαιρετικά δημοφιλές μυθιστόρημα αλλά και σπουδαίο λογοτεχνικό έργο, εφάμιλλο των παραπάνω. 
     
   Θα αρκούσε ίσως το γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας, ο τραπεζίτης (ή τοκογλύφος) Εμπενίζερ Σκρουτζ, θεωρείται το αντιπροσωπευτικότερο σύμβολο του μονόχνοτου, του άκαρδου και του φριχτού τσιγκούνη που μας έχει δώσει η παγκόσμια λογοτεχνία- αλλά δεν είναι μόνο αυτό.
  Κατά την άποψή του ο Ντίκενς δεν μας κληροδότησε απλώς έναν αθάνατο πεζογραφικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, όπως υποδεικνύει ο ευφυής και προκλητικός τίτλος του βιβλίου του, ο κορυφαίος συγγραφέας ήταν εκείνος που «εφηύρε» τα Χριστούγεννα, με άλλα λόγια που επανακαθόρισε το νόημά τους και άρα ως έναν βαθμό και το περιεχόμενό τους.
   Τέτοιες απόψεις, θα υπέθετε κάποιος, συγκινούν τη λεγόμενη λογοτεχνική οικογένεια ή έστω και την ακαδημαϊκή κοινότητα. Δύσκολα εν τούτοις θα δεχόταν ότι έχουν πραγματική βάση. Ο Στάντιφορντ όμως έχει επιχειρήματα. 
   Βασισμένος στα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα, ένα βιβλίο σύντομο αν το συγκρίνει κανείς με τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντίκενς, έγραψε μια διόλου σχοινοτενή και ωστόσο γεμάτη συναρπαστικές λεπτομέρειες βιογραφία του Ντίκενς 
  η οποία διαβάζεται σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, καλύπτοντας τη ζωή του από τότε που φτωχό παιδί αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σκληρά επί δέκα ώρες κάθε μέρα (το ίδιο και αργότερα ως νεαρός ρεπόρτερ) ώσπου με τα "Χαρτιά του Πίκγουικ" η σταδιοδρομία του απογειώθηκε. 
   Σε αυτά πολύ σύντομα θα έρχονταν να προστεθούν και τα μυθιστορήματα που θα τον έκαναν διάσημο σε όλο τον κόσμο.
   Ως τον 19ο αιώνα τα Χριστούγεννα δεν ήταν τόσο χαρμόσυνη και μεγάλη εορτή όσο τη γνωρίζουμε σήμερα. 
  Εκείνη λοιπόν την εποχή ο γερμανικής καταγωγής πρίγκιπας Αλβέρτος, σύζυγος της βασίλισσας της Αγγλίας Βικτωρίας, μεταφέροντας τη γερμανική παράδοση για το χριστουγεννιάτικο δέντρο έπειτα από αρκετές προσπάθειες κατάφερε να το καταστήσει δημοφιλές και στα βρετανικά νησιά. 
   Ας σημειωθεί επιπλέον πως η πουριτανική παράδοση τόσο στην Αγγλία όσο και στις ΗΠΑ λειτουργούσε αποτρεπτικά στο να εορτάζονται τα Χριστούγεννα ως λαμπερή λαϊκή εορτή με καθολική συμμετοχή. 
  Σύμφωνα με τα ήθη της εποχής και βεβαίως τις απόψεις των αρχών, αν τα Χριστούγεννα εορτάζονταν ως μια μεγάλη εορτή με καθολική συμμετοχή του γενικού πληθυσμού 
   οι λαϊκές τάξεις θα μεθοκοπούσαν ασύστολα και αυτό κατά συνέπεια θα οδηγούσε στον εκτραχηλισμό των ηθών με τις αναπόφευκτες σεξουαλικές καταχρήσεις.
Τα τρία πνεύματα
Ας αναφερθώ εν συντομία στην υπόθεση του διάσημου μυθιστορήματος του Ντίκενς. 
  Ο κεντρικός του χαρακτήρας Εμπενίζερ Σκρουτζ ζει στο Λονδίνο και αποφασίζει να περάσει μόνος τα Χριστούγεννα. Η μοίρα όμως έχει αποφασίσει διαφορετικά.
   Τρία πνεύματα τον επισκέπτονται. Είναι οι τρεις εκδοχές του πνεύματος των Χριστουγέννων. Πρώτο παρουσιάζεται το Πνεύμα του Παρελθόντος που του θυμίζει τα παιδικά του χρόνια 
   και αποκαλύπτει το μίσος του Σκρουτζ για τη μεγάλη εορτή και τη φιλοχρηματία του η οποία αναγκάζει την αρραβωνιαστικιά του να τον εγκαταλείψει και να παντρευτεί κάποιον άλλο.
  Επειτα εμφανίζεται το Πνεύμα του Παρόντος που του δείχνει την ευτυχισμένη ζωή του ανιψιού του και το πώς ζει ο υπάλληλός του Κράτσιτ ο οποίος παρά τη φτώχεια και το ανάπηρο παιδί του καταφέρνει να γεύεται την οικογενειακή θαλπωρή, την ευτυχία των φτωχών. 
   Το τρίτο πνεύμα, το Πνεύμα του Μέλλοντος οδηγεί τον Σκρουτζ μπροστά στον ίδιο τον άθλιο τάφο του, όπου ο φιλάργυρος και μισάνθρωπος ξεσπάει σε κλάματα φριχτά μετανιωμένος για όσα έχει διαπράξει, μεταμορφώνεται 
    και υπόσχεται ότι από εκείνη τη στιγμή και έπειτα θα είναι καλός και γενναιόδωρος και θα διορθώσει όλα του τα σφάλματα, αν το πνεύμα τού δώσει τη δυνατότητα να προσπαθήσει. Το πνεύμα τού δίνει την ευκαιρία και ο Σκρουτζ από τότε γίνεται ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.
   Ο Στάντιφορντ μας προσφέρει πλήθος πληροφορίες για το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας της εποχής. 
  Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι βρισκόμαστε στην ακμή της βιομηχανικής επανάστασης με όλα τα προβλήματα που δημιουργεί στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Όσο για τον ίδιο τον Ντίκενς βρίσκεται σε πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής του. 
   Παρά την επιτυχία των βιβλίων του αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα και βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. 
  Χρειάζεται ένα νέο βιβλίο, μια νέα μεγάλη επιτυχία για να «ξελασπώσει». Και τότε αποφασίζει να γράψει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
  Τι άλλο ωστόσο μπορεί να σημαίνει το ότι ο Ντίκενς «ανακάλυψε τα Χριστούγεννα»; Τη φράση δεν μπορούμε να τη θεωρήσουμε ως απλή μεταφορά.  
  Το μυθιστόρημα εκείνη την εποχή ήταν το δημοφιλέστερο λαϊκό είδος τέχνης και κατείχε τηρουμένων των αναλογιών στη μαζική κουλτούρα της εποχής τη θέση που κατέχει στην αντίστοιχη δική μας ο κινηματογράφος. 
  Έτσι λοιπόν δεν είναι παράξενο- αν σκεφτεί κανείς το πόσο δημοφιλής ήταν ο Ντίκενς που με το βιβλίο του αυτό καθιέρωσε τη γαλοπούλα, κατά σύμπτωση βεβαίως, ως το βασικό πιάτο στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. 
   Κατά συνέπεια είναι απολύτως λογικό το συμπέρασμα πως έτσι αναπτύχθηκαν και τα μεγάλα αγροκτήματα όπου εκτρέφονταν εκατομμύρια γαλοπούλες- μια τεράστια και επικερδέστατη παραγωγική δραστηριότητα και μια εξίσου μεγάλη αγορά με πλήθος συναφή επαγγέλματα.
   Σε συμβολικό επίπεδο, τα τρία πνεύματα των Χριστουγέννων θα πρέπει να τα θεωρήσουμε ως ένα είδος εκκοσμικευμένης μορφής του Αγίου Πνεύματος και αυτό λειτουργεί παράλληλα με έναν εξίσου ισχυρό συμβολισμό: 
  την εμφάνιση και την περιγραφή του ανάπηρου παιδιού του Κράτσιτ, το οποίο είναι ένα είδος μικρού τραυματισμένου Χριστού στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης.
Μεγάλος ρεαλιστής
  Μια τέτοια ερμηνεία- που βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια όπως την αντιλαμβανόταν ο συγγραφέας- εξηγεί και τις απόψεις του για την κοινωνία και για τον ρόλο της λογοτεχνίας.  
  Δεν πρόκειται για τη λεγόμενη στράτευση (με τον τρόπο που αναπτύχθηκε ζητούσε να αλλάξει την κοινωνία της εποχής του, αποκαθιστώντας τις αδικίες, δηλαδή αλλάζοντας όχι μόνο τις συνθήκες αλλά και τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά- επομένως και τη συνείδηση- όσων ήταν υπεύθυνοι για τις αδικίες. 
  Η πρόθεση αυτή είναι εμφανέστατη στα εκτενή μυθιστορήματά του. Στα Κάλαντα των Χριστουγέννων ωστόσο η επίδρασή του είχε και άλλες παραμέτρους.  
  Αν, λ.χ., το Άγιο Πνεύμα μεταφέρεται στο κοσμικό επίπεδο, τότε έχουμε μια δοξολόγηση και μια άλλη νοηματοδότηση της εορτής- γι΄ αυτό και κατά τον Στάντιφορντ ο συγγραφέας του Όλιβερ Τουίστ «ανακάλυψε τα Χριστούγεννα». Όχι την εορτή αλλά το νόημά της. 
   Και είναι εκπληκτικό ότι αυτό συμβαίνει σε ένα βιβλίο που ο Ντίκενς έγραψε σε χρόνο-ρεκόρ (έξι εβδομάδες).
   Αντιλαμβάνεται κανείς, όχι μόνο εξηγώντας την πρόθεση αλλά πρωτίστως κρίνοντας από το αποτέλεσμα, γιατί ο Λούκατς θεωρούσε τον Ντίκενς μεγάλο ρεαλιστή. 
   Ο Ντίκενς δεν ήταν ρεαλιστής κατά το πνεύμα της εποχής- ή πιο σωστά δεν ήταν μόνο για αυτό. (Εξάλλου ο χαρακτηρισμός παραπέμπει σε μεταγενέστερες αναλύσεις.) 
  Στόχευε στο να εμφανίσει την κοινωνική αδικία με τέτοιο τρόπο ώστε να φαντάζει πιο πραγματική από όσο ήταν στην πραγματικότητα γιατί πώς αλλιώς θα άλλαζε η κοινωνία και οι άνθρωποι; 
  Η ιδιοφυΐα και η επιτυχία του δεν οφείλονται στο ότι οι κοινωνικές ιδέες του υπήρξαν αποκλειστικά δικές του αλλά στο ότι ακριβώς αυτές ήταν που απασχολούσαν και τα εκατομμύρια των αναγνωστών του.
   Καλοί συγγραφείς είναι, καθώς λέμε, εκείνοι οι οποίοι παρουσιάζουν πιστά την εποχή τους ή που ανταποκρίνονται στα αιτήματά της, μεγάλοι όμως συγγραφείς είναι μόνο όσοι ενώ ανταποκρίνονται στις παραπάνω απαιτήσεις (στο πνεύμα της εποχής) δημιουργούν ταυτοχρόνως με το έργο τους και μια εποχή, ανακαλύπτουν δηλαδή εκείνο που έπεται, που το προτείνουν ή το προβλέπουν. 
  Γι΄ αυτό θαυμάζει κανείς αλλά δεν απορεί με τη διαπίστωση του Στάντιφορντ πως μετά το τέλος του 20ού αιώνα και 165 χρόνια έπειτα από την πρώτη έκδοσή τους το αναγνωστικό κοινό των «Καλάντων των Χριστουγέννων» είναι δεύτερο σε μέγεθος μετά το αναγνωστικό κοινό της Βίβλου.  
Βιστωνίτης Αναστάσης
ΒΗΜΑ
Το μήνυμα του Ντίκενς
Τη διάσημη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του («Α Christmas Carol»), τηλεοπτικές μεταφορές της οποίας προβάλλονται κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ο Κάρολος Ντίκενς την προλόγισε λέγοντας πως ήθελε με τα φαντάσματα που πρωταγωνιστούν σε αυτήν «να αναδείξει το φάντασμα μιας ιδέας». 
  Ήθελε, υποθέτει κανείς,να αναδείξει την αγάπη ως τον αληθινό πλούτο και να προβάλει το αδιέξοδο της χρηματικής σώρευσης, που ο μίζερος εξηνταβελόνης Εμπενίζερ Σκρουτζ εγκαταλείπει την ενδεκάτη ώρα της ζωής του, για να μεταβληθεί σε γενναιόδωρο, αξιαγάπητο παππού.
   Ο Ντίκενς τα ανέδειξε αυτά, όπως και χαρακτήρες στους οποίους η φτώχεια δεν διέβρωνε τη χαρά της ζωής, αλλά ούτε καν τα αγαθά αισθήματά τους απέναντι στον ανελέητο κροίσο. 
  Ωστόσο, μέσα από την έκρηξη κεφιού που προκαλούν τα δώρα του αναγεννημένου Εμπενίζερ το παραμύθι των φαντασμάτων του βρετανού συγγραφέα αναδεικνύει το «φάντασμα» και μιας άλλης ιδέας: ότι η χαρά συνδέεται με την υλική απόλαυση - και ότι αυτή η τελευταία είναι ανάλογη με τα γενικά μέτρα της κοινωνίας. 
  Δεν εξαρτάται μονάχα από το να διαθέτει κανείς τα στοιχειώδη, αλλά και από τη δυνατότητά του να αποκτήσει τα λαμπερά αγαθά που βλέπει στις βιτρίνες.
  Σε αυτό το επίπεδο ο Ντίκενς δικαιώνεται απολύτως, καθώς τα Χριστούγεννα έχουν αναδειχθεί σε κατ΄ εξοχήν σύμβολο της χαράς μέσα από την κατανάλωση. 
  Μήνυμά τους είναι η αγάπη και η φιλάνθρωπη συγκίνηση, πραγματικότητά τους είναι όμως η αγοραστική δαπάνη- από τα δώρα ως τα εδέσματα. 
  Αν πιστέψει κανείς τους βρετανούς χρονικογράφους, η εξέλιξη δεν υπήρξε τυχαία: τα Χριστούγεννα, λένε, επιβλήθηκαν ως πολύ μεγάλη γιορτή όχι τόσο για το θρησκευτικό τους περιεχόμενο όσο χάρη στη συντονισμένη προσπάθεια των... εμπόρων της Αγγλίας που αναζητούσαν μια αργία πρόσφορη να αναδειχθεί σε καταναλωτική εορτή. 
   Στην εποχή του Ντίκενς η προσπάθεια είχε ήδη ευοδωθεί και οι παλιοί αγγλικοί νόμοι που απέτρεπαν τις πολυτέλειες (το 1646 είχε απαγορευθεί, π.χ., να παρατίθεται χριστουγεννιάτικο γεύμα με περισσότερα από τρία κύρια πιάτα!) απέμεναν γραφικότητες των νομικών βιβλίων.
   Στη σημερινή εποχή, όπου το καταναλωτικό πρότυπο έχει εν γένει επικρατήσει, η αγοραστική ευωχία είναι πέραν αμφιβολίας το κύριο χαρακτηριστικό των εορτών, έκδηλο στις διαφημίσεις, στα εορτοδάνεια, στην προβολή των πολυτελών αγαθών. 
  Ισχύει ασφαλώς... όλον τον χρόνο, υποθέτει όμως κανείς ότι ειδικά την εορταστική περίοδο οι πολίτες με ισχνή καταναλωτική δυνατότητα πρέπει να αισθάνονται στο περιθώριο- και πάντως να είναι εντελώς αποστασιοποιημένοι από την κοινωνική ζωή για να νιώθουν ευτυχείς μονάχα με τα απαραίτητα. 
  Στο σύστημα της μαζικής οικονομίας, η ψυχική ικανοποίηση προϋποθέτει όλο και περισσότερο την ευμάρεια, την πρόσβαση σε αυτό που έχει ο μέσος όρος ή και παραπάνω: όχι μόνο στο ψωμί, αλλά και σε (κάποιο από το) παντεσπάνι.
   Οι επικεφαλής όλων σχεδόν των Εκκλησιών επισημαίνουν στα χριστουγεννιάτικα μηνύματά τους την πίστη και την αγάπη ως εφόδια απέναντι στο αδιέξοδο του καταναλωτικού ανθρώπου. Στην πραγματική ζωή όμως το αίσθημα ικανοποίησης εξαρτάται από τη συγκριτική αγοραστική δύναμη. 
   Η ανισότητα στην κοινωνία δεν κρίνεται ως πολιτικό πρόβλημα με μόνο μέτρο το πόσα θύματά της πεινούν, αλλά και με το πόσοι δεν μπορούν να έχουν καλό αυτοκίνητο, όταν οι περισσότεροι γύρω διαθέτουν.
   Από αυτήν την άποψη, παρά την έκρηξη του συνολικού πλούτου, οι δυτικές κοινωνίες βαδίζουν σταθερά προς τα πίσω. Σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «Le Μonde» ο Ζαν Πολ Φιτουσί παραθέτει πρόσφατα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που επιβεβαιώνουν ότι οι ανισότητες στο εσωτερικό των κρατών διευρύνονται συνεχώς τις τελευταίες δεκαετίες.
  Αντί άλλου επιλόγου, παραθέτω τον πρόλογό του: «Καθώς η μάχη κατά των ανισοτήτων είναι η μητέρα των κοινωνικών μαχών, η συλλογική μας ήττα σε αυτήν συνοψίζει όλες τις άλλες»...
ΤΟ ΒΗΜΑ 25-12-2009
Ποια είναι η ...
«Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»; 
Τα Χριστούγεννα δεν εορτάζονταν πάντα με τη σημερινή αίγλη. Σημαντικό ρόλο για τη μεταμόρφωσή τους σε γιορτή της αγάπης και της χαράς έπαιξε και ο Κ.Ντίκενς με την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του!
  Σήμερα τα Χριστούγεννα σημαίνουν κλίμα χαράς και γιορτής, τα αντιμετωπίζουμε ως μια από τις σημαντικότερες ημερομηνίες του έτους και προετοιμαζόμαστε για αυτά βδομάδες πριν.
  Δεν είναι όμως τόσο μακρινός ο καιρός όταν τα Χριστούγεννα δεν είχαν ούτε ίχνος από τη σημερινή τους αίγλη.
   Η ακμή της Βιομηχανικής Επανάστασης στη Μεγάλη Βρετανία είχε ως αποτέλεσμα την παρακμή της εργατικής τάξης και μαζί με αυτήν ήρθε και η έκπτωση του εορτασμού της Γέννησης του Θεανθρώπου.
  Η σύνδεση του εθίμου των Χριστουγέννων με παγανιστικές λατρείες και έθιμα του παρελθόντος, αλλά και η φτώχεια που είχε έρθει με την αντικατάσταση στην παραγωγική διαδικασία των εργατών –δηλαδή της πλειοψηφίας του πληθυσμού- από τις μηχανές, είχαν ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό του πνεύματος των Χριστουγέννων.
   Το πιθανότερο είναι ότι η αναγέννηση της γιορτής με την λαμπρότητα που την χαρακτηρίζει σήμερα ήταν αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων. 
  Εντούτοις, σημαντικό αναζωογονητικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Καρόλου Ντίκενς, και ιδίως το αριστουργηματικό «A Christmas Carol» («Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»), που ενέπνευσαν τους ανθρώπους σε Ευρώπη και Αμερική.
 Μάλιστα, συχνά αναφέρεται ότι όταν ο ίδιος απεβίωσε, το 1870, ένα μικρό κορίτσι ρώτησε αν μαζί με τον Ντίκενς πέθανε και ο Άγιος Βασίλης: αυτός ήταν ο βαθμός στον οποίο ο συγγραφέας είχε συνδέσει το όνομά του με τον εορτασμό των Χριστουγέννων. 
  Ο Ντίκενς άλλωστε ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να θερμάνει ξανά τις καρδιές των συμπατριωτών του αλλά και όλων των Ευρωπαίων, που υπέφεραν την εκμετάλλευση, και περιέγραψε τα Χριστούγεννα ως την περίοδο εκείνη κατά την οποία όλοι πρέπει να είναι ευγενικοί αλλά και αλτρουιστές.
  Στο έργο του, ο Ντίκενς ταυτίζει όλους όσους εκμεταλλεύονται την εργατική τάξη με τον Εμπενέζερ Σκρουτζ, ένα ηλικιωμένο τσιγκούνη που δεν αισθάνεται συμπόνια για κανέναν από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
  Στο μυαλό του Σκρουτζ οι άνθρωποι υπάρχουν για να του προσφέρουν χρήματα, ενώ απεχθάνεται τα Χριστούγεννα καθώς θεωρεί ότι προσθέτουν ένα ακόμα χρόνο στην πλάτη του, χωρίς να τον κάνουν πλουσιότερο. 
   Στο έργο του Ντίκενς περιγράφεται η νύχτα της παραμονής κάποιων Χριστουγέννων, όταν ο Σκρουτζ δέχτηκε έναν απρόσκλητο επισκέπτη: είναι το φάντασμα του νεκρού συνεργάτη του Τζέικομπ Μάρλεϊ, που είχε πεθάνει πριν από επτά χρόνια στην περίοδο των Χριστουγέννων.
   Ο Μάρλεϊ ήταν άνθρωπος τσιγκούνης και μίζερος όπως ο Σκρουτζ: το αμαρτωλό όμως του χαρακτήρα του το «πλήρωσε» μετά θάνατο και για το λόγο αυτό ήθελε να βοηθήσει τον πρώην συνεργάτη του, προκειμένου να μην έχει και εκείνος την ίδια κατάληξη.
   Προειδοποιεί λοιπόν τον Σκρουτζ πως θα τον επισκεφτούν τρία πνεύματα, αυτό των περασμένων, αυτό των τωρινών και αυτό των μελλοντικών Χριστουγέννων.
  Όταν τα φαντάσματα έρχονται, ένα –ένα του υποδεικνύουν τα λάθη του, βοηθώντας τον να αγγίξει τη μετάνοια.
   Μετά από την εμπειρία αυτή, ο πρώην εκμεταλλευτής Σκρουτζ αλλάζει άρδην την συμπεριφορά του και μετατρέπεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του!
   Την εποχή που ο Ντίκενς έγραφε την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του, δεν βρισκόταν στην οικονομική κατάσταση του Σκρουτζ, ήταν εγγύτερα στους εξαθλιωμένους εργαζόμενους των επιχειρήσεων του ήρωά του. Η γυναίκα του περίμενε το πέμπτο παιδί της οικογένειάς τους, ενώ το σπίτι τους ήταν υποθηκευμένο.

   Όμως, μέσα από την άσχημη αυτή οικονομική κατάσταση, ο Ντίκενς «δέθηκε» συναισθηματικά με τους χαρακτήρες του έργου του, δίνοντας εξαιρετική γλαφυρότητα στις περιγραφές του.
Ο ίδιος μάλιστα έλεγε ότι καθώς έγραφε γελούσε και έκλαιγε ξανά και ξανά.

 Όταν πια τελείωσε το έργο της συγγραφής, ο Ντίκενς επέμεινε, όχι μόνο να το εκδώσει με δικά του έξοδά, αλλά και να μην κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα της έκδοσης.  
  Το εξώφυλλο του βιβλίου και η εικονογράφησή του ήταν πολυτελέστατα, ενώ η τιμή εξαιρετικά χαμηλή.
   Το αποτέλεσμα ήταν ότι παρόλο που το βιβλίο –που κυκλοφόρησε το 1843- έγινε εμπορική επιτυχία πολύ σύντομα, ο ίδιος ο συγγραφέας δεν απέκτησε ποτέ τα έσοδα που θα περίμενε κανείς από το έργο του.
  Όμως, τελικά πως μπορεί να κοστολογήσει κανείς την αγάπη για το έργο του Ντίκενς, την αιώνια σύνδεση του ονόματος του με τα Χριστούγεννα, αλλά και την αναβίωση του λαμπρού εορτασμού τους, την οποία ο ίδιος σηματοδότησε;
PATHFINDER
Εικόνες:The Time Bandits
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Δες όλες τις χριστουγεννιάτικες αναρτήσεις του "Λόλα, να ένα άλλο" και επέλεξε αυτές που σε ενδιαφέρουν:  Χριστουγεννιάτικες αναρτήσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.