Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

- Ένα γιαουρτάκι χωρίς πέτσα για τον κύριο καθηγητή !

       * Νόμος 4000/1958
Διαπόμπευση τεντιμπόηδων στην Αθήνα του 1958      
Ο Nόμος 4000 ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1958 και ήταν ο νόμος που καθόριζε την αντιμετώπιση των νεαρών ταραχοποιών, που ήταν γνωστοί ως τεντιμπόις.
    Με βάση το νόμο, τιμωρούταν η εξύβριση. Η αστυνομία συνελάμβανε όσους νεαρούς έριχναν γιαούρτι ή φρούτα σε ηλικιωμένους και γυναίκες και τους οδηγούσε στο κρατητήριο, όπου γινόταν σε αυτούς κούρεμα με την ψιλή και τους έσκιζαν τα ρεβέρ από τα παντελόνια τους.
   Ο νόμος ήταν αμφιλεγόμενος και προήγαγε τη διαπόμπευση. Επίσης, όριζε ότι θα ασκούταν δίωξη και εναντίον των γονέων των ανήλικων ταραξιών.
  Ο Νόμος 4000 άρχισε να εφαρμόζεται στις 3 Σεπτεμβρίου του 1958, όταν τέσσερις νεαροί που είχαν προβεί σε πράξεις εξύβρισης, διαπομπεύτηκαν στους δρόμους της Αθήνας, κουρεμένοι σύρριζα και δεμένοι με χειροπέδες. Η ομώνυμη ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη, παρουσιάζει το νόμο και την εφαρμογή τουΑξίζει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 4000 καταργήθηκε το 1983. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν το 1981.
(Από τη Βίκιπαίδεια)
τέντυ-μπόυ: Από το αγγλικό Teddy boy που ήταν ένα συγκεκριμένο στυλ αντρών της δεκαετίας του 50 στην Αγγλία, με ολόκληρη ιστορία πίσω τους. Μετά πήρε, όσο γνωρίζω, νέα σημασία η λέξη και σημαίνει τον καλοζωισμένο αλητάμπουρα, ομορφούλη και καλοβαλμένο, μοσχαναθρεμμένο, της καλής κοινωνίας τσογλάνι.
Tέντυ είναι το λούτρινο αρκουδάκι στα αγγλικά, το teddy-bear, χαριτωμένο παιχνίδι, απόλυτο σύμβολο της αστικής τάξης, το οποίο κυρίως τα κοριτσάκια λάτρευαν και πάντως πολύ λίγα παιδιά το χαίρονταν την εποχή κατά την οποία πρωτοβγήκε (μάλλον προς τα τέλη του 19ου- αρχές 20ού;). Νομίζω από κει προέρχεται και η έκφραση.
slang.gr
     Ο όρος «τεντιμπόης» (ή τεντυμπόης) προέρχονταν από την αγγλική λέξη «teddy boy» που περιέγραφε μια συγκεκριμένη νεανική ομάδα της δεκαετίας του ’50 στην Αγγλία, με ιδιαίτερη εμφάνιση, που ντυνόταν επιδεικτικά με ακριβά ρούχα. Συνήθως φορούσαν στενά παντελόνια, με ανοιχτόχρωμες κάλτσες, μακριά παλτά, μερικές φορές με βελούδινο γιακά, μεγάλα καστόρινα παπούτσια και αρκετή μπριγιαντίνη στα μαλλιά τους, απ’ τα οποία άφηναν να κρέμεται μια «αφέλεια». 
Καθώς μερικές από τις ομάδες αυτών των νεαρών, χωρισμένοι σε συμμορίες οδηγήθηκαν σε παραβατικές και ρατσιστικές συμπεριφορές, ο όρος σύντομα απέκτησε την σημασία του μοσχαναθρεμμένου και καλοζωισμένου εύπορου ταραξία και αλήτη.
     Την ίδια εποχή, στην Ελλάδα ανθεί το γιαούρτωμα και το αθώο γιαουρτάκι έχει μπει στα σχολεία και γίνεται τρόμος για τους καθηγητές. Το παράκαναν όμως και το γιαούρτι λέρωσε πολύ κόσμο με αποτέλεσμα το κράτος να εισαγάγει το νόμο 4000 «επί τεντυμποϋσμού» για να αναχαιτιστεί η «ιδιάζουσα θρασύτητα και προκλητικότητα έναντι της κοινωνίας». 

    Ο νόμος ήταν αμφιλεγόμενος και προήγαγε τη διαπόμπευση. Επίσης, όριζε ότι θα ασκούνταν δίωξη και εναντίον των γονέων των ανήλικων ταραξιών. 
   Ο μετέπειτα διοικητής της ΕΣΑ, συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς, αποκαλούσε τους τεντιμπόηδες, «άπλυτους μακρυμάλληδες», «διακονιάρηδες και αποδιοπομπαίους» και όπως έλεγε, ο σκοπός δεν ήταν να τους κόψει τα μαλλιά αλλά «να τους κόψω την νοοτροπίαν, ήτις είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς και διά την Ελλάδα».
Ιωάννα Χουλιαρά (Σαν Παλιό (Ελληνικό) Cineμά) 
cine.gr
 
 
    
(Από το βιβλίο: "Ιστορίες από τη μηχανή του Χρόνου
   Χρήστος Βασιλόπουλος- Δημήτρης Πετρόπουλος)
    Τέλη της δεκαετίας του 50 και τα πρώτα γιαούρτια έχουν αρχίσει να ίπτανται στην Αθήνα. Η πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους είναι η πόλη των αντιθέσεων και των νέων, οι οποίοι όμως ασφυκτιούν στο συντηρητικό περιβάλλον της εποχής.
  Εκείνα τα δίσεκτα χρόνια τα γιαούρτια άρχισαν να πέφτουν για πλάκα, αλλά και για αντίδραση. Ο αστυνομικός ήταν το φόβητρο, ο καθηγητής είχε το απόλυτο πρόσταγμα, το κατηχητικό αναλάμβανε την ευθύνη για τη διάπλαση των παίδων και οι νοικοκυραίοι "έγραφαν" όπως πάντα το κατηγορητήριο.
    Η επιλογή του μέσου δεν ήταν τυχαία: Το γιαούρτι ήταν φτηνό και άφηνε ευδιάκριτους λεκέδες... Παρ΄όλα αυτά η "λευκή επανάσταση" δεν ξεκίνησε από τα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, ούτε υπήρχε πολιτικό κίνητρο στις πράξεις αυτές. Τα γιαουρτώματα ξεκίνησαν αρχικά από γόνους αριστοκρατικών οικογενειών, που έσπαγαν έτσι την πλήξη τους, αλλά επεκτάθηκαν γρήγορα σε πολλές γειτονιές της Αθήνας.
Ο Νόμος 4000 δεν αφορούσε μόνο τα γιαουρτώματα !
    Στο Παγκράτι, στη Κυψέλη, στο Μεταξουργείο, στο Θησείο και αλλού δημιουργήθηκαν οι πρώτοι πυρήνες. Υπήρξαν μάλιστα γαλακτοπωλεία και κάποια καφενεία που προμήθευαν με ληγμένα γιαούρτια τους νέους, με αντάλλαγμα καλύτερες τιμές και... εχεμύθεια. Λέγεται ότι ο πατέρας γνωστού γαλακτο-βιομήχανου των ημερών μας διέπρεψε στην Κυψέλη πουλώντας ξινισμένα γιαούρτια στους αποκαλούμενους τεντιμπόηδες.
   Στις 31 Αυγούστου του 1958 στον κινηματογράφο "Αελλώ" στην Κυψέλη ο Αντώνης Μ. και ο Σωτήρης Π. συναντήθηκαν εκείνο το βράδυ με την ιστορία. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν με τη Μαρία Ζ. και την κόρη της. Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής "... οι δύο θρασείς τέντυ-μπόϋς παρηνώχλησαν ασέμνως την νεανίδα και περιέλουσαν με γιαούρτη την μητέρα της"
   Πενήντα χρόνια μετά ένας απ' τους νεαρούς δράστες θέλει να ακουστεί η αλήθεια. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το επεισόδιο έγινε στο τέλος του έργου κατά την αποχώρηση του κόσμου από την αίθουσα του κινηματογράφου:
   "Σηκωθήκαμε για να πάμε προς την έξοδο, Μπρόστα μας ακριβώς ήταν μια ευτραφής κυρία με την κόρη της, ένα κοριτσάκι 12-13 χρονών. Η κυρία είχε έντονη... τριχοφυΐα. Ο φίλος μου είπε δυνατά: "Για κοίτα αυτήν, έχει μουστάκι". Τότε η γυναίκα γυρνά και μου ρίχνει ένα δυνατό χαστούκι".
   Η προσβολή ήταν μεγάλη και η εκδίκηση θέμα τιμής. Οι δύο νεαροί παίρνουν από πίσω μάνα και κόρη και όταν φτάνουν στο σπίτι τους, κοντά στο τέρμα Κυψέλης, εξαπολύουν την ¨λευκή επίθεση".   "Δεν την πετύχαμε ακριβώς. Το μισό γιαούρτι έσκασε πάνω στην πόρτα της πολυκατοικίας, το άλλο μισό έπεσε πάνω της. Δηλαδή όσο είχε απομείνει μέσα στον κεσέ, γιατί στη διαδρομή είχαμε φάει αρκετό με το δάχτυλο!", αποκαλύπτει ο ασπρομάλλης πια τεντιμπόης του 58.
    Την επομένη του επεισοδίου στην Κυψέλη ο υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για θέματα Ασφαλείας Ευάγγελος Καλαντζής σπεύδει να δηλώσει ότι "οι τέντυ-μπόϋς θα κουρεύονται προς παραδειγματισμόν". Καλεί μάλιστα τον σκληροτράχηλο αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Θεόδωρο Ρακιντζή και του ζητάει να κουρεύει "εν χρω", δηλαδή με την ψιλή, τους παραβάτες. Την τιμωρία αυτή βέβαια δεν προέβλεπε κανείς νόμος, την εφηύρε όμως ο υφυπουργός!
      Στις 11 Σεπτεμβρίου 1958 οι Αθηναίοι βλέπουν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων τους πρώτους τεντιμπόηδες που έχει συλλάβει η αστυνομία. Πρόκειται για τον Αντώνη Μ. και το Σωτήρη Π.15 και 16 χρονών, με καθαρότατο ποινικό μητρώο που το λέρωσαν εξαιτίας ενός γιαουρτιού. Οι δύο νεαροί οδηγούνται από το στιβαρό αστυφύλακα πεζή και με χειροπέδες στον εισαγγελέα, διαμέσου πολυσύχναστων δρόμων της Αθήνας, διαπομπευόμενοι από το συγκεντρωμένο πλήθος των καθωσπρέπει πολιτών. 
  Προηγουμένως στο αστυνομικό τμήμα τούς είχαν κουρέψει γουλί, με την ψιλή, και τους είχαν ψαλιδίσει τα ρεβέρ των παντελονιών τους, για να τους "ευπρεπίσουν". Από το λαιμό του ενός κρέμεται η αυτοσχέδια πινακίδα με την "ομολογία" της εγκληματικής πράξης τους: "Είμεθα τέντυ-μπόϋς. Πετάξαμε γιαούρτι κατά γυναικός".
   Ο Ρακιντζής μάλιστα μετέβη στο Αστυνομικό τμήμα Κυψέλης για να επιβλέψει ο ίδιος το κούρεμα με την ψιλή. Ήταν ίσως η πρώτη φορά στα αστυνομικά χρονικά που γινόταν μεταγωγή κρατουμένων στην αρχή με τα πόδια  και στη συνέχεια με το τρόλεϊ της γραμμής. Η πομπή ξεκίνησε από την οδό Κυψέλης, αλλά στη στάση της οδού Σποράδων οι αστυνομικοί επιβίβασαν τους δύο τεντιμπόηδες  στο τρόλεϊ της γραμμής, για να τους προσαγάγουν στο κτίριο του "Αρσακείου", στον εισαγγελέα ποινικής αγωγής Βουρνά.
   Η πρώτη δίκη δεν έγινε ποτέ. Η υπόθεση δεν έφτασε ποτέ στο ακροατήριο, καθώς ο ένας από τους δύο κατηγο-ρούμενους ήταν γιος βιομηχάνου και η λύση του εξωδικαστικού συμβιβασμού κρίθηκε ως η πλέον συμφέρουσα και για τις δύο πλευρές.
  "Μέχρι και το μάρμαρο της πολυκατοικίας, που... λεκιάστηκε από το γιαούρτι, πληρώσαμε... Ήταν ένα υπέρογκο ποσό, 3.000 δραχμές. Έτσι γλιτώσαμε το αναμορφωτήριο" θυμάται ο Αντώνης. Η μήνυση κατά των νεαρών απεσύρθη: "Παρεκλήθην φορτικώς υπό των οικογενειών των δύο δραστών", δήλωσε η μηνύτρια στον τύπο.
   Ακολούθησε ένα καυτό φθινόπωρο με πολλαπλές επιθέσεις γιαουρτιών και αυτή η πρωτοφανής έκρηξη βίας, με πολλά περιστατικά κράτησε μέχρι τα Χριστούγεννα και τότε ήρθε ο περιβόητος νόμος 4000 που τον εισηγήθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καλλίας με βάσιμο επιχείρημα για την εφαρμογή του τον "συνετισμόν και αποτροπήν μιμήσεως των αντικοινωνικών εκδηλώσεων", και ψηφίστηκε στη Βουλή τον Απρίλιο του 1959. Ένας νόμος ιδιαίτερα αυστηρός με "αισθητάς ποινάς" και χωρίς να επιτρέπεται η μετατροπή της ποινής σε χρηματικό πρόστιμο! 
   Τελικά μετά από πολλές αντιδράσεις ο Γεώργιος Παπανδρέου, τον Μάϊο του 1965 κατάργησε με νόμο το κούρεμα των μαθητών με την ψιλή μηχανή και το πηλήκιο με την κουκουβάγια που ήταν υποχρεωμένοι να φορούν.
      Νόμος 4000 - Η ταινία
   Στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Νόμος 4000» παρουσιάζεται μια σκηνή (βίντεο) κατά την οποία ένας νεαρός μαθητής (ο ηθοποιός Θάνος Παπαδόπουλος) γιαουρτώνει τον καθηγητή του αλλά συλλαμβάνεται από την αστυνομία και κουρεύεται με την ψιλή. Στη συνέχεια, διαπομπεύεται στους δρόμους, με τον παραπάνω τρόπο.
Πρωταγωνιστούν:
Ζωή Λάσκαρη .... Μαρία Οικονόμου
Κώστας Βουτσάς .... Ρένος
Βαγγέλης Βουλγαρίδης
Βασίλης Διαμαντόπουλος .... κύριος Οικονόμου
Ελένη Ζαφειρίου .... κυρία Οικονόμου
Σπύρος Μουσούρης
Χλόη Λιάσκου

Κατερίνα Γώγου .... Κλειώ
Αθηνά Μιχαηλίδου
Κατερίνα Χέλμη .... πόρνη
Θανάσης Παπαδόπουλος
Σενάριο, Σκηνοθεσία: Γιάννης Δαλιανίδης
Μουσική/μουσική επιμέλεια:
 Μίμης Πλέσσας

 
 
 
 
 Ο Ανδρέας Οικονόμου (Βασίλης Διαμαντόπουλος), ένας αυστηρός πατέρας και γυμνασιάρχης που έχει μαθητή το νεαρό Γιώργο (Βαγγέλης Βουλγαρίδης) που είναι ερωτευμένος με την κόρη του Λένα (Ζωή Λάσκαρη). 

Η Ντόλλυ (Χλόη Λιάσκου), συμμαθήτρια της Λένας παρασύρει τον Γιώργο και περνά ένα βράδυ μαζί του στο δωμάτιό της. Την επομένη η Λένα μαθαίνει τα μαντάτα κι έτσι το βράδυ στο ραντεβού της με το Γιώργο του ζητά να χωρίσουν. 
  Εκείνος ορκίζεται ότι την αγαπά κι ότι η Ντόλλυ δεν σημαίνει τίποτα για ‘κείνον. Η Λένα τον πιστεύει και φοβούμενη μην τον χάσει αποφασίζει να του δοθεί. Έτσι βρίσκονται κλεισμένοι οι δυο τους στο δωμάτιο κάποιου φίλου... Την άλλη μέρα στο σχολείο συμβαίνει κάτι που οξύνει τις σχέσεις του Γιώργου με τον πατέρα της Λένας. Ένα γελοιογραφικό σκίτσο του καθηγητή, ο Οικονόμου το βρίσκει στα χέρια του Γιώργου και των φίλων του και τους αποβάλλει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.