Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Στο πανηγύρι.

   "Σπόρια, τσίχλες πωλώ, καραμέλες σωρό
τρέξτε, πάρτε παιδιά, να χαρείτε.
Κοκοράκι λαμπρό, γλυφιτζούρι γλυκό,
μαντολάτο, εδώ θα τα βρείτε.
Εδώ το βοτάνι της αγάπης
διαλαλούσα κείνο τον καιρό
λάλαγα και πανηγύρια τρελά
κι'ένα χάρτινο λαό."
 Στο πανηγύρι. Στο πανηγύρι τη βρήκα και στο πανηγύρι την έχασα. Ήταν μεγάλο πανηγύρι. Με τη σκοποβολή του, τα γιαπωνέζικα μπιλιάρδα, τις μπουκάλες, τις σαμπάνιες και τ’ αλογάκια.
  Τ’ αλογάκια στριφογύριζαν βουίζοντας, τα μπιλιάρδα έκαναν καραμπόλες, οι μηλόπιτες μοσχοβολούσαν κι οι καραμπίνες άδειαζαν. Ξέρω καλό σημάδι και το καυχιέμαι.
  Όχι, όχι δεν τη συνάντησα στη σκοποβολή, στις μηλόπιτες την πρωτοείδα. Ναι, ναι έτρωγε λαίμαργα μυρωδάτες μηλόπιτες και μου φύσηξε τη ζάχαρη στα μούτρα γελώντας κι εγώ πασαλειμμένος τη ρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» κι αυτή μου είπε: «Θα στο πω μετά…» Από ‘κει βρεθήκαμε στο σκοπευτήριο κι εκεί την έχασα…
 Στην αρχή σκόπευσα κι έριξα κάτω όλους τους στόχους. Σε κάθε νίκη μου φώναζε: «Μπράβο!! Μπράβο!!» Σαν δεν απόμεινε τίποτα όρθιο, έριξα κάτω τ’ αυγό του σιντριβανιού και σημαδεύοντάς το τη ρώτησα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Την άκουσα να μου λέει «Θα στο πω μετά, θα στο πω μετά…»  
 Τραβώ τ’ αυγό πηδάει, γυρνώ δεν ήταν πλάι μου. Την έχασα, μα την ξαναβρήκα. Έτρεχα σαν τρελός σκουντουφλώντας πάνω στο πλήθος που μ’ έβριζε και… να, την ξαναβρίσκω στις μπουκάλες.
   Αγόρασα κρίκους, πολλούς, πολλούς κρίκους που τους ρίχναμε μαζί και κάθε φορά που πέταγα τον κρίκο τη ρώταγα: «Έι! Πώς σε λένε;» κι αυτή μου έλεγε: «Θα στο πω μετά…».
  Ωπ! Πάει κι αυτό. Έλα τώρα να πάμε στις κούνιες, στις μεγάλες τις κούνιες που ανεβαίνεις, ανεβαίνεις, ανεβαίνεις όλο και πιο ψηλά, κι ύστερα κατεβαίνεις, κατεβαίνεις, κατεβαίνεις και πεθαίνεις.
 Την έχασα και στις κούνιες. Ψάχνω ξανά στις μπουκάλες… ψυχή. Τα φώτα ανάβανε, οι ίσκιοι σαλεύανε και… να, την ξαναβρίσκω στ’ αλογάκια. Τ’ αλογάκια μόλις ξεκινούσαν κι εγώ μόλις πρόφτασα να της φωνάξω: «Έϊ, Έι!! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.» Την άκουσα να μου λέει: «Θα στο πω μετά…».
  Η ορχήστρα, οι χρυσές καρότσες, οι πολυέλαιοι, όλα, όλα μπαίνουν σε κίνηση. Καθόταν ολομόναχη πάνω σ’ ένα χάλκινο τέρας της αποκαλύψεως, που τη μια λες και σφηνώνονταν στον ουρανό και την άλλη καταποντίζονταν στη κόλαση. 
   Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου καθισμένη πάνω στο χάλκινο τέρας της και ανέβαινε και κατέβαινε γελώντας, της φώναζα: «Έι, Έι!! Πώς σε λένε;» και μόνο απ’ την κίνηση των χειλιών της μάντευα την απάντηση: «Θα στο πω μετά… Θα στο πω μετά…» Να, έτσι την έχασα…
Την πρωτοείδα στις μηλόπιτες και τη έχασα στο σκοπευτήριο. Την ξαναβρήκα στις μπουκάλες και την έχασα στις κούνιες και… να, που στ’ αλογάκια τη βρήκα και στ’ αλογάκια την έχασα. Κάθε φορά που περνούσε από μπροστά μου, έγερνε το κορμί της γελώντας.
  Και… να, τ’ αλογάκια γυρίζουν όλο και πιο αργά κι η ορχήστρα σταματά. Όλα σταματούν. Εγώ ορμώ στ’ άλογό της, που σταματούσε μπροστά μου, αλλά αυτή δεν ήταν πια εκεί. Πού να πήγε κι έτρεχα μέσα στη σκόνη κι έτρεχα πίσω απ’ τις σκιές και φώναζα: «Έι! Πώς σε λένε; Πες μου τ’ όνομά σου.»
Στο πανηγύρι τη βρήκα και στο πανηγύρι την έχασα. Μην πηγαίνετε ποτέ στα πανηγύρια. Εκεί, βρίσκει ο ένας τον άλλο κι έπειτα χάνονται αναζητώντας. Να, όπως εγώ τώρα δεν ξέρω τ’ όνομά της. Της φωνάζω: «Έι, Έι, Έι!!!» Ψάχνω, ψάχνω, ψάχνω παντού, μα δε θα τη βρω ποτέ, ποτέ πια…
ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.